13.8.08

Τρέξε Λόλα, τρέξε!

Εψές είπα να πάω για τζόκινγκ.

Μεγάλη απόφαση θα το πεις αυτό διότι πρώτον εγώ ποτέ δεν πάω για τζόκινγκ και δεύτερον είχε και μία ζέστη που και γκαμήλα να είσαι, το σκέφτεσαι να πάρεις τα πόδια σου. Επειδής όμως θυμήθηκα εκείνη τη βάφλα που έφαγα προχθές με τη δίπατη τη μερέντα, το ψιλοκομμένο το φιστίκι το αράπικο και τις τρεις μπάλες παγωτού που καλοκαθόντουσαν πάνω σε μπισκότα πτι-μπερ (όπως επίσης και κάτι σουβλάκια που χτύπησα την Κυριακή, μία πίτσα που συνάντησα όλως τυχαίως το Σάββατο και κάτι παγωτίνια που ελάχιστα πρόλαβαν να γνωρίζουν την κατάψυξή μου πριν αποδεκατιστούν αδυσώπητα), είπα να κάμω την καρδιά μου πέτρα και να πάω (μπας και κάμω και την κοιλιά μου πέτρα -as if). Άσε που πέραν όλων των άλλων, ακουγόταν και πολύ μουράτο να το λες σε όποιον σε ρωτούσε.
-Τι θα κάμεις σήμερα;
-Μωρέ σκέφτομαι να πάω για τζόκινγκ. (how snob am I?)

Οκ και πες το απεφάσισα. Που να πάω να τρέξω; Διότι επιτέλους πρέπει να σε εμπνέει και το τοπίο. Να βλέπεις μία πρασινάδα, να έχει μία ησυχία, να είναι μακριά από δρόμο ώστε να μην κινδυνεύεις να σε κάμει χαλκομανία κανένα τριαξονικό, να μην έχει πολύ κόσμο γιατί πονοκεφαλιάζω με το ποδοβολητό αλλά ουχί και ερημιές γιατί σκιάζομαι (τόσες ταινίες έχεις δει που σε πλησιάζει απο πίσω άλλος τρεχούμενος με κουκούλα και χραααααπ σου καρφώνει το χασαπομάχαιρο στην πλάτη), να υπάρχει κοντά αναψυκτήριο ώστε αν σου έρθει μία δίψα ή μία πείνα να μπορείς να βρεις βρε αδελφέ μία γκαζόζα, μία τσιτσιμπίρα ή ένα κλαμπ σάντουιτς με φρεσκοτηγανισμένες πατατούλες. Και βέβαια να είναι ο τάπητας αντικραδασμικός, μην πάθω και κανένα ατύχημα καλοκαιριάτικα -που πιο εύκολα σου εμφανίζεται η Μεγαλόχαρη τέτοιες μέρες, παρά βρίσκεις γιατρό ή φαρμακείο ανοικτό.

Ανοίγω το γκουγκλ έρθ και αρχίζω να ψάχνω τις γειτονιές μπας και βρω κατιτίς ταιριαστό, αλλά αφού πέρασα φιλοθέες, ψυχικά, μαρούσια και έριξα κι ένα βλέφαρο σε τίποτις χάιντ παρκς και σέντραλ παρκς σε άλλες μεγαλουπόλεις για να έχω ένα μέτρο σύγκρισης, κατέληξα στην πιο κοντινή επιλογή: το ταπεινό γηπεδάκι πίσω από το σχολικό συγκρότημα που βρίσκεται στη γειτονιά μου (και στο οποίο κανονικά είχα ορκιστεί να μην ξαναπατήσω όταν πήρα το απολυτήριό μου από αντίδραση στα μισητά σχολικά χρόνια που πέρασα εκεί έγκλειστος, αλλά ας όψεται η βάφλα). Μετά και από αυτό, πέρασα είκοσι αναποφάσιστα λεπτά μπροστά στη ντουλάπα μου, προσπαθώντας να επιλέξω το κατάλληλο μπλουζάκι (με στάμπα ή χωρίς; μαύρο γιατί θα ιδρώσω ή ανοιχτόχρωμο που αναδεικνύει το φιζίκ μου;) και εντέλει μου καρφώθηκε να βάλω ένα περτικαλί που ήταν ασιδέρωτο αλλά επειδή θεώρησα ότι μόνο αυτό πάει με το σορτσάκι το χακί, με βρίσκεις να σιδερώνω -μην πάω και σαν το λέτσο! Ε όπως καταλαβαίνεις μιας και έβαλα το σίδερο, πάτησα κι ένα μπλουτζην, ένα κατωσέντονο, δύο μαξιλαροθήκες και τέσσερις πετσέτες. Επειδής μία κούραση την ένιωσα και άρχισε να περνάει και η ώρα (μη με βρει η νύχτα), είπα να πάω με το αυτοκίνητο.

Μπουκάρω στο γηπεδάκι όλος χαρά και τι να δω; Τίγκα στον κόσμο! Σου μιλάω για τον κακό χαμό: νεαροί με ακουστικά στ'αυτιά, κοπελίτσες με ροζ φορμούλες και τσιμπιδάκια, κυρίες με πολυεστέρ φόρμες, ένα τσούρμο με κάτι χοντρές, ηλικιωμένοι που τρέχαν από το Χάρο, ένα σκυλί που κυνηγούσε την ουρά του και μία γιαγιά με κολάν που το είχε κόψει στο περπάτημα στην εσωτερική. "Κοίτα πόσοι πολλοί φάγανε βάφλα εψές!" σκέφθηκα.

Παίρνω μία ανάσα και με δύο δρασκελιές βρίσκομαι στον διάδρομο νούμερο πέντε και αρχίζω να γκαζώνω. Που λάθος θα το πεις, διότι μιάμιση στροφή αργότερα είχα κατεβάσει πέντε ταχύτητες και τα μούτρα μου ως το το πάτωμα σε μία κυρία με μπαντάνα που με κοίταζε με εμφανή περιφρόνηση, καθώς την είχα περάσει ήδη δύο φορές με κορνάρισμα, αντικανονική προσπέραση από δεξιά και ύφος Άτο Μπόλτον. Ο ρυθμός στην τρίτη γύρα είχε πέσει αισθητά και τώρα είχα ενταχθεί στο τσούρμο με τις χοντρές, οι οποίες αν έχεις το Θεό σου συζητάγανε για την αποτρίχωση στην περιοχή του μπικίνι -γεγονός που μου έδωσε μία ανεξήγητη επιτάχυνση και βρέθηκα να συντρέχω με έναν τύπο-ξωτικό με καροτί μαλλί, καρό παντελονάκι, λευκή κάλτσα και φαβορίτα. Φαντάστηκα ότι έψαχνε κάπου να θάψει το τσουκάλι με τις λίρες του, αλλά το ουράνιο τόξο είναι σίγουρα μακριά. Μετά βέβαια με κοίταξε με ένα ύποπτα χαμογελαστό βλέμμα (που έφερε το ουράνιο τόξο πολύ εγγύτερα) και επειδής να τρέξω πιο γρήγορα τζαστ γουόζεντ αν όπτιον, το χαλάρωσα αφήνοντάς τον να φύγει μπροστά.

Στον πέμπτο γύρο ήμουν να με κλαίνε οι ρέγγες. Έφαγα το χώμα ενός ξεμανίκωτου τυπά που το είχε δει Μακόναχι, άρχισαν να με πλησιάζουν επικίνδυνα και οι χοντρές (που είχαν επιδείξει εντυπωσιακή αντοχή) και μπροστά στον κίνδυνο να με φάει μπαμπέσικα και η γιαγιά με το κολάν από την εσωτερική, είπα να σταματήσω. Έκαμα δύο-τρεις διατάσεις για ξεκάρφωμα και με τις τελευταίες ανάσες που μου είχαν απομείνει σύρθηκα στο αμάξι.

Πες μου τώρα ειλικρινά, δεν σου άνοιξε η όρεξη και μόνο που στα περιέγραψα όλα αυτά; Διότι εμένα σίγουρα μου άνοιξε που τα έζησα και το ίδιο βράδυ χτύπησα ένα διπλό κλαμπ κοτόπουλο με μπυρόνι για να έρθω στα ίσια μου. Φυσικά την επόμενη μέρα είχα πάρει μισό κιλό.

"Χμ", σκέφθηκα. "Τώρα κατάλαβα πώς πάχυναν εκείνες οι κυρίες. Κομμένο το τζόκινγκ!"

1 comments:

little mermaid είπε...

βιγβλθεΠολύ γέλασα βρε Νίκο... να δεις τι σίδερο έχω ρίξει στα καλά καθούμενα επειδή ήθελα να πάω προπόνηση!