28.4.08

Χαρούμενη Χρυσή Πασχαλιά!

Υποτίθεται πως σε κάθε μεγάλη εορτή οφείλεις στον εαυτό σου έναν γκαγκάν-γκαγκάν εορτασμό και μία εξτραβαγκάντσα.

Είναι Χριστούγεννα; Πρέπει να κλείσεις τραπέζι στο Ρέμο, να φας ένα σκασμό γλυκά, να ξεπαραδιαστείς στα δώρα, να βάλεις τις ομορφιές σου και να τρέχεις μ’ένα κουτί δίπλες στο χέρι στον ξεχασμένο δευτεροξάδελφο σου στου διόλου τη μάνα διότι απεφάσισε πανάθεμάτον να σε θυμηθεί για να κάμει μπούγιο στο ρεβεγιόν του.

Είναι Απόκριες; Πρέπει να ξεκοιλιαστείς στο κρεατικό ωσάν να είσαι στερημένο ορφανό αρτί αφιχθέν από νοτιοδυτική Αγκόλα, να ντυθείς κάμπια και να τρέχεις σε μπαλμασκέ στην Πλάκα όπου θα σε μπουγελώσουνε, θα σου πετάξουν σερμπαντίνες, κομφετί, αφρό και μερικές σπόντες για την αμφίεσή σου, αλλά εσύ θα αντιμετωπίσεις όλη την καφρίλα με χαμόγελο γιατί είσαι αρχοντογλεντζές και σε στενεύουν και οι κεραίες.

Είναι Πάσχα; Πρέπει να ξεχυθείς στην τιμημένη ελληνική ύπαιθρο και να οργώσεις τις ραχούλες αναζητώντας τα όρε-παιδιά-κλεφτόπουλα, να σπάσεις τουλάχιστον δύο καφάσια αβγά ώσπου να εντοπίσεις εκείνο το σφιχτόκροκο-αβγό-αστραχάν που θα σου προσφέρει ατελείωτες συγκινήσεις καθώς θα τσακίζει τα υποδέλοιπα συγγενών και φίλων, να στήσεις γλέντι τρικούβερτο με την Ειρήνη Κονιτοπούλου-Λεγάκη στην απόλυτη τιμιτική της και να γυροβολάς το αμνοερίφιο με περηφάνια και σιγουριά σε ρυθμό «του Κίτσου η μάνα κάθεται».

Όχι πως είναι κακά όλα τα παραπάνω, μην τρελαθούμε κιόλας. Αν εσύ τη βρίσκεις με την Κονιτοπούλου, ποιος είμαι εγώ για να σε κρίνω; Απλώς φέτος προσωπικά είπα να τη δω πιο εναλλακτικά. Είπα στον εαυτό μου, «Μάγκα τέικ ιτ ίζι!». Τύπου βιβλιαράκι, καφεδάκι και μουσικούλα (ήταν ώρα επιτέλους να βάλω σε μία τάξη τα ζίλιονς εμπιθρίς μου μπας και κάμει και ο σκληρός μου ανάσταση).

Με μεγάλη αυταπάρνηση προσπέρασα τις Κλεοπάτρες, τους Χιτώνες και τους Μπεν Χούρηδες και για να καταλάβεις, ούτε καν τον Ιησού από τη Ναζαρέτ δεν είδα -θα πάρω τον Τζεφιρέλι να του εξηγήσω. Τέτοια άρνησις στο έθιμο! Και μη σου πω για το αβγό. Που πήγα και πήρα μία εξάδα ωραιότατα έτοιμα, βαμμένα βερικοκί, τριανταφυλλί και ένα στο μαόνι, τα οποία σε πληροφορώ ουδέποτε βγήκαν από το πλαστικό τους και στέκουν λιγάκι αμήχανα στο τραπέζι. Από δημοτικό άσμα δεν ακούστηκε ούτε βέλασμα στο σπίτι, ενώ και ανήμερα της Λαμπρής εγώ έφαγα την πατροπαράδοτη μπριζόλα διότι όπως σου έχω ξαναπεί, το αρνί μού φέρνει μία ανακατωσούρα σα να με έχουν κρεμάσει από τ΄ανάποδα σ’ ένα κουβά γεμάτο ρέγγες με τη φάτσα της Μαράια Κάρι. Δεν ξεύρω αν σου’χει τύχει, δεν υπάρχει χειρότερο.

Μώρε όλα μία ιδέα είναι. Πάσχα, Χριστούγεννα, τ’Αγίου Παχουμίου. Την υγειά μας να’χουμε, τα μυαλά μας να ψιλοστέκουνε στη θέση τους και μην ξεχνιέσαι, αντιμεθαύριο έχουμε Χαρούμενη Χρυσή Πρωτομαγιά.