18.1.07

Το παράθυρο

Το βράδυ εκείνο ήταν ήσυχο. Ίδιο με το χθεσινό. Και με το αμέσως προηγούμενο. Ο κ.Παναγιώτης έσβησε το καντηλέρι και το φεγγαρόφωτο τρύπωσε δειλά μέσα από τις γρίλιες του μεγάλου παραθύρου, ίσα να ξεγελάει το σκοτάδι. Από τη μέσα κάμαρη ακούγονταν οι ψίθυροι των «θηλυκών». Έτσι αποκαλούσε τη γυναίκα του και την αδελφή της, πειράζοντάς τες. Κι εκείνες κάθε φορά που τον ακούγανε να τις φωνάζει έτσι, μορφάζανε επικριτικά.

Λίγο πριν πουν την τελευταία καληνύχτα, το συνήθιζαν να πιάνουν την κουβέντα τα θηλυκά. Για τα νέα της αυλής, την κυρα-Πέρσα και τα καμώματά της. Για τις δουλειές και το φαγί που θα κάμανε την επομένη. Κι αφού απεφασίζανε ποια θα τρίψει τη μπουγάδα και ποια θα στρώσει τα κρεβάτια, παραδίδονταν στο Μορφέα καθησυχασμένες.

Ο κ.Παναγιώτης ήταν ο τελευταίος που έπεφτε για ύπνο. Είχε βρει τη βολή του στο ντιβάνι του μεγάλου δωματίου. Από το παράθυρο που είχε δίπλα του, αφουγκραζόταν τους ήχους του δρόμου. Κι ήτανε ήσυχος δρόμος η Αλκμένους. Τα βράδια, νεκρικά ερημικός. Έκλεισε τα μάτια του κι αντάλλαξε την κόπωση της μέρας με το γλυκό νανούρισμα του γρύλου.

Ξαφνικά, πετάχτηκε ολόρθος και μπερδεύτηκε ο ύπνος με τον ξύπνιο του: κάποιος ήτανε στην πόρτα! Τα χτυπήματα γίνονταν ολοένα και πιο δυνατά. «Σους» ψιθύρισε επιτακτικά στα θηλυκά, που ανασηκώθηκαν τρομαγμένα στο διπλοκρέβατό τους. Ποιος μπορεί να’ναι εν τω μέσω της νυχτιάς; Μήπως ψάχνουνε κανέναν πατριώτη πάλι οι γερμαναράδες; Που κακό ψόφο να’χουνε! Δεν είπαν ότι θα ξεκουμπιστούν σήμερα αύριο από τα χώματά μας;

Κοντοζύγωσε στην πόρτα.

«Ποιος είναι;» ρώτησε κάπως φοβισμένα.

Καμία απάντηση.

«Είναι κανείς εκεί έξω;» ρώτησε λίγο πιο νευρικά.

Σιωπή.

Άνοιξε δειλά την πόρτα. Δε φαινότανε ψυχή. Έριξε μία γρήγορη ματιά αριστερά/δεξά, μα ο δρόμος ήταν έρημος.

Τι χουνέρια είναι τούτα βραδιάτικα; Έχει όρεξη κανείς γι’αστεία τέτοιες ώρες; Και σε τέτοιες εποχές;

Αφού σιγουρεύτηκε, κλειδαμπάρωσε και πήρε μία ανάσα ανακούφισης. «Δεν είναι κανείς. Άντε, κοιμηθείτε!» είπε στις γυναίκες κι επέστρεψε στα παπλοσέντονά του.

Δεν πέρασαν δύο στιγμές και κάποιος άρχισε να χτυπά και πάλι την πόρτα. Και τούτη τη φορά οι χτύποι ήσανε δυνατοί. Αποφασιστικοί. Σε κατάσταση πανικού, κουτρουβαλιάστηκε κατά μεσής του δωματίου και έφθασε κακήν κακώς πίσω από την πόρτα.

«Ποιος είναι;» ρώτησε και πάλι.

Αλλά απάντηση, δεν έλαβε ποτέ.

Πριν καλά-καλά το συνειδητοποιήσει ακούστηκε ένας εκκωφαντικός κρότος και το σπίτι σείστηκε συθέμελα. Το παράθυρο ξεκόλλησε από τη θέση του και χοντρά κομμάτια από το τζάμι καρφώθηκαν στο ντιβάνι. Θρύψαλα σκορπίστηκαν σε όλο το δωμάτιο. Κι ακούστηκε μία βοή που εξαπλωνόταν σε όλη την Αθήνα.

Ένα μανιασμένο γερμανικό αεροπλάνο έσχιζε τον αττικό ουρανό και βομβάρδιζε την πόλη. Στριγκλιές ακούονταν από τα διπλανά σπίτια. Και σκόνη έπνιξε τους σκοτεινούς δρόμους.


[Η ιστορία είναι πραγματική και συνέβη την τελευταία ημέρα πριν φύγουν οι Γερμανοί από την Αθήνα. Ο κ.Παναγιώτης ήταν ο καλύτερος φίλος του παππού μου. Πολλές φορές διηγιόταν την εμπειρία εκείνης της νύχτας, θεωρώντας ότι χρωστούσε τη ζωή του σε εκείνο το μυστηριώδη –σχεδόν μεταφυσικό- χτύπο της πόρτας. Εκείνον το χτύπο που τόσο επιτακτικά τον σήκωσε από το ντιβάνι στο οποίο κοιμόταν και τον γλίτωσε από τη βόμβα που έπεσε έξω από το παράθυρό του.]

2 comments:

philos είπε...

Καλά κάνεις και καταγράφεις τέτοιες ιστορίες. Αξίζουν να διαβάζονται από πολλούς!

Yannis είπε...

Hello there!
Diavazw arketes fores to blog sou apo tote pou mou to proteine o europanos. Foveri istoria ayti pou perigrafeis, kai genikws goustarw poly opws grafeis kai tin optiki gonia pou vlepeis polla pragmata!
Keep up the good work boy!