8.7.06

Τον σιροπιάζεις τον μπακλαβά;

Nα βγω, δεν πολυβγαίνω. Να πιω, δεν πολυπίνω. Να καπνίσω, δεν καπνίζω. Ξενέρωτο θα με έλεγες και θα είχες κι επιχειρήματα! Διότι ας μην γελιόμαστε: το πρότυπο του «καλού παιδιού» δεν φτουράει στις μέρες μας, εκτός κι αν είσαι ο Αρναούτογλου. Θέλει λίγη μπαμπεσιά το πράμα! Λίγη μπρουτάλ αμετροέπεια. Να κατεβάζεις τα ουίσκια σου, να ξεκουμπώνεις και το τρίτο κουμπί στο πουκάμισό σου, να κυκλοφορείς με «πειραγμένη» εξάτμιση, να γυρνάς στο σπίτι σου στις 4 (και να είναι αυταπόδεικτο ότι εννοείς τα ξημερώματα). Ν’ αράζεις βρε παιδί μου στην καφετέρια με τη φραπεδιά και το γυαλί ηλίου κι όταν σε ρωτούν με ποιον μίλαγες στο κινητό, ν’ απαντάς «τίποτα μωρέ, ένα γκομενάκι ήταν, που χτύπησα προχθές στο φανάρι της Κατεχάκη» (και να μην εννοείς ότι το τράκαρες και το έτρεχες στα επείγοντα-χτύπα ξύλο!). Αυτό είναι φίλε μου το νόημα της ζωής: ν’ αλλάζεις κινητό, αυτοκίνητο και γυναίκα ανά εξάμηνο και να μην σου καίγεται καρφάκι!

Εγώ λοιπόν πολύ του έξω δεν είμαι και το’χεις καταλάβει. Το ως άνω απόφθεγμα, μα ουδεμία σχέση με το άτομό μου και –συνήθως- ουδόλως με απασχολεί. Εντούτοις φθάνει η ώρα κι η στιγμή που έρχομαι κι αναρωτιέμαι: μα, πόσο βαθιά νυχτωμένος είμαι επιτέλους;

Θα σου δώκω απλό παράδειγμα. Μαζευτήκαμε προ ημερών παρέα και πήγαμε σε καλοκαιρινό μπαράκι στο Χαλάνδρι -με την αυλή του την ωραία, τη μουσικούλα την προσεγμένη, τα φοινικόδεντρα και τα συντριβανάκια. Στις 10 φτάνουμε εκεί, άδειο το μαγαζί. Ανώδυνο θα μου πεις και σε ώρα που κυκλοφορούν και τα Στρουμφάκια. Ήπιαμε το κατιτίς μας, συζητήσαμε τα χαμπέρια φίλων, γνωστών (και γνωστών των γνωστών μας), ήρθε και πέρασε η ώρα ευχάριστα.

"Wine bar" της Nicole Etienne

Αξάφνου λίγο μετά τις 12, συνειδητοποιούμε ότι το μαγαζί έχει γεμίσει. Παρασκευή βράδυ είναι, βγαίνει –σου λέει- ο κόσμος. Αλλά αυτός ο συγκεκριμένος κόσμος δεν ήταν ό,τι κι ό,τι! Γυναικοπαρέες με νεαρές υπάρξεις που το πηγαίνανε το γράμμα. Πιο κείθε, φτιασιδωμένες μεγαλοκοπέλες (με το άτυχο το μαλλί και την ακόμη πιο άτυχη τη μαντίλα με τα πολύχρωμα γεωμετρικά σχήματα) που το αλευρώνανε το τσουρέκι. Πιο δώθε, νεαροί -τε και σιτεμένοι- παλικαράδες με το πουκαμισάκι το τζιτζί και το ποτήρι σταθερά στο χέρι (θαρρείς και είν’ προέκταση ο Johnny Walker, του καρπού και των δακτύλων) και στο μάτι τους, το βλέμμα που παίρνει ο Συλβέστρος σα λιγουρεύεται τον Τουίτυ. “I thought I saw a pussycat!”

Και δώστου να κοιτάζει η μεγαλοκοπέλα τον παλικαρά που γλυκοκοίταζε μία κορασίδα που πλαγιοκοπούσε τον μπάρμαν, που έκανε τα γλυκά μάτια σε έναν νταγλαρά. Και να τα κεράσματα και οι ατάκες τύπου «Ρόδα, Τσάντα και Κοπάνα» με το Γαρδέλη να ζαχαρώνει την Ρένα Παγκράτη και το Στάθη Ψάλτη να μπαλαμουτιάζει ό,τι είναι δίποδο και κινείται. («Είσαι για ρακέτες, μανίτσα;») Αυτό δεν ήταν μπαρ, το Χρυσό Κουφέτο ήταν!
Εντάξει, άβγαλτο δεν θα με πεις (τουλάχιστον όχι τελείως!), αλλά όλη ετούτη η λάγνα διάθεση με καταπλάκωσε ωσάν οδοστρωτήρας. Θέλεις που το φυστίκωμα επλανάτο στον αέρα και σου δημιουργούσε μία αίσθηση τριτοτέταρτου νυφοπάζαρου; Θέλεις που προσωπικώς βραχυκυκλώνω και δεν μπορώ να λειτουργήσω σε τέτοιους χώρους; Πάρε και διάλεξε.

Το δια ταύτα της υπόθεσης είναι ότι ουδέποτε κατάλαβα πώς παίζεται το παιχνίδι στα νυχτερινά στέκια. Ναι, το ξεύρω ότι θα με παραπέμψεις στο γνωστό σενάριο «κερνάω ποτό στο απέναντι τραπέζι / χαμογελάω / έχω feedback / αν το feedback είναι θετικό προχωράω σε σαχλή ατάκα / η σαχλή ατάκα εξελίσσεται σε σαχλό διάλογο / το βράδυ καταλήγει σε κρεβάτωμα (και δεν εννοώ για να σου αλλάξουνε κομπρέσες)!». Αλλά γιατί διάολε το βρίσκω ελεεινά αμήχανο και απόλυτα τυποποιημένο; Είναι τόσο έντονη η εικόνα του Στάθη Ψάλτη που με κατατρέχει ως βίωμα και ως εφιάλτης; Όχι μωρέ, μην τρελαίνεσαι! Απλώς να, είμαι οπαδός της εξευγενισμένης επαφής, της διακριτικής ανακάλυψης, της συναισθηματικής αναψηλάφησης (sic!). Εκεί που τη μουσική δεν την ακούς γύρω σου, αλλά εκκωφαντικά μέσα σου. Και που τα βλέμματα δεν μετρούν πιθανότητες, αλλά δυνατότητες.

3 comments:

artfarted είπε...

Να σου πω, το περιεχόμενο του καλογραμένου κειμένου σου, οι λεπτομέρειες και η σε βάθος εύστοχη ανάλυση δεν κολλάνε καθόλου με την επίμονη δήλωση ότι δεν είσαι, δεν πας, δεν κάνεις κτλ. Αν όμως είναι αλήθεια, αδικείσαι. Τέτοια παρατηρητικότητα ούτε ο Ηρακλής Πουαρό δεν την έχει αλλά, από την άλλη, τόσο ψαγμένος barfly ούτε ο Χέμινγουέη δεν ήταν. Τι επιλέγεις;!

pigkouinos είπε...

Ε λοιπόν το παραδέχομαι. Είμαι ένα party animal! Μπροστά μου δεν πιάνει μπάζα μηδέ η Χριστίνα Ιακωβίδου (η γνωστή celebrity-οδοντίατρος), μηδέ ο Λάκης Γαβαλάς.

Καλωσύνη σου να με αναγορεύσεις σε barfly, αλλά με συχνότητα βραδινών εξόδων που θα την έλεγες "αραιά-και-πού", νιώθω ότι δεν τον αξίζω τον τίτλο.

Ανώνυμος είπε...

Καλά Nik, η τελευταία (φοβερή) ατάκα ακυρώνει συλλήβδην όλη τη σχολή Στάθη, Σταμάτη, Πάνου, Στηβ, Απόστολου, Τέτας, Έφης, Καίτης, Σοφίας και Νίκου (Ρίζου) στο ρόλο του λυκειάρχη ... Αθάνατη δεκαετία 80 ...

Δυστυχώς ή δεν έχουμε ανακαλύψει ακόμα το μπαράκι όπου οι θαμώνες είναι σε θέση να δώσουν ματιές που μετρούν δυνατότητες αντί για πιθανότητες όπως λες ή αυτές οι ματιές συχνάζουν σε άλλα μέρη (αν τις έχει εντοπίσει κανείς ας ρίξει σήμα ... συγκεντρώσεις-εκδηλώσεις-φεστιβάλ της ΚΝΕ δεν παίζουν!!!)...

Κρίμας στο barάκι όμως ... ήταν όντως κούκλα ... Αξίζει να ξαναπάμε κι ας βγούμε τοίχο τοίχο ...

Spy