26.7.06

30

Τι κάμεις πριν επιχειρήσεις μακροβούτι; Παίρνεις βαθιά ανάσα και κλείνεις μάτια και μύτη. Ε, κάπως έτσι αντιμετώπισα τα φετινά μου γενέθλια! Είπα βρε παιδί μου να κάμω κι εγώ μία προσωπική υπέρβαση και να περάσω στο fast forward τη γνωστή υπαρξιακή κρίση που με πιάνει αυτή την περίοδο, αφήνοντας κατά μέρος τις νευρώσεις περί ηλικίας (και τη συνειδητοποίηση ότι θυμάμαι τον εαυτό μου να βλέπει το Πλοίο της Αγάπης και τον Ιππότη της Ασφάλτου σε πρώτη προβολή). Και δεν σου κρύβω ότι για κάποιες ημέρες το κόλπο πέτυχε…

Ώσπου εψές έρχεται η κουβέντα στο γραφείο για ηλικίες. Το βλέπω που λες το κακό το ερώτημα («εσύ, πόσο είσαι;») να μου’ρχεται καρφωτό από γλωσσού κορασίδα και πιάνω τον εαυτό μου να παθαίνει μία σύγχυση και μία ταραχή. Ιδρώνω, ξεφυσάω και μετά από μία ανησυχητική παύση, ψελλίζω «εικοσιενν… εικοσιενν… τριάντα!».

«Α, είσαι τριάντα;» μπήγει το μαχαίρι η κορασίδα βαθύτερα στο κόκαλο. «Ε, ναι…» «Αλλά μόλις τα έκλεισα!» σπεύδω να συμπληρώσω, χαμογελώντας αμήχανα και σε μία απέλπιδα προσπάθεια να εξευμενίσω τη δήλωση. Πολύ αργά. Η παραδοχή αυτή της ηλικίας μου, είχε ήδη λειτουργήσει ως εσωτερική βόμβα μεγατόνων εκτοξεύοντας ολούθε βασανιστικά ερωτήματα.

Έχω τσεκάρει τη σχετική λίστα του Nitro με τα «50 πράγματα που πρέπει να έχετε κάμει οπωσδήποτε ως τα 30»; Πότε θα χάσω εκείνα τα έξι κιλά που είχα πάρει στο στρατό; Μήπως είναι ώρα να σταματήσω να βλέπω τον Σκουμπιντού; Να πετάξω εκείνον το δίσκο βινυλίου με τη Μπέσσυ Αργυράκη; Τι έχω κάνει εγώ για την Ελλάδα; Για το περιβάλλον; Για τη φώκια Μονάχους-Μονάχους; Είμαι ευχαριστημένος με τη δουλειά μου; Με τα λεφτά που παίρνω; Με την προσωπική μου ζωή; Πότε θα γίνω εγώ, πατέρας;

Κι ενώ κλαψούριζα περίλυπος αναζητώντας γιατρειά σε βιβλία του Νίτσε και σε εκπομπές της Άννας Δρούζα, υπέπεσε στα χέρια μου συνέντευξη της Τζόαν Κόλλινς.

Κι ύστερα σκέφτηκα ότι πρέπει να κοιτάμε την πραγματικότητα κατάματα και να την αγνοούμε. Κι επίσης ότι ο δίσκος της Μπέσσυς είναι συλλεκτικός και θα μείνει στη θέση του! Άλλωστε μπορώ να εξετάσω το ζήτημα με μεγαλύτερη ωριμότητα στα σαράντα μου.

25.7.06

Να με παίρνανε τα κύματα.

Η αγαπημένη υπουργός Φάνη ξεχύθηκε στα πελάγη για να χαιρετίσει τους νησιώτες, τους τουρίστες και τους γλάρους, αλλά δεν μετρήσαμε το κύμα και τον άνεμο σωστά (-α), με αποτέλεσμα να βρεθεί αλλού γι’αλλού –κατάσταση στην οποία έχει άλλωστε περιέλθει σύσσωμη η κυβέρνηση και ανεξαρτήτως μποφόρ.

Που πας καραβάκι με τέτοιον καιρό, σου το ‘λεγαν οι φίλοι, σου το ’λεγα κι εγώ! Διότι με την προϊστορία της υπουργού –η οποία υπενθυμίζω ότι έχει κατά καιρούς γλιστρήσει από ένα γιοτ, ξεματιαστεί από τσαμπουκαλεμένη ομπρέλα θαλάσσης και σκοντάψει σε καλώδιο επί της μοκέτας του Ολυμπιακού Κέντρου Τύπου- δεν είναι για τέτοιες εξορμήσεις ανά την περιφέρεια. Ένα τσουνάμι να σου λάχει, ένας Μόμπι Ντικ και θα βρεθείς να σε’χει ξεβράσει επεισόδιο του Lost.

Εντωμεταξύ όλοι φεύγουνε από το Λίβανο, ο Γιωργάκης απεφάσισε να πάει. Αυτό το παιδί λίγο ασυντόνιστο, θα το πεις. Χάθηκε μία Μύκονος; Μία Αμοργός; Ένα Κουφονήσι; Εντάξει, είπαμε φυσάει. Μην το κάμουμε και θέμα! Αν είναι κάθε φορά που η Μαρία Σινιώρη προβλέπει καταιγίδα και τραμουντάνα, να τρέχουμε όλοι στα καταφύγια, πάει το κλείσαμε το μαγαζί.

Αλλά πάλι μήπως να του δίναμε μία ευκαιρία του παιδιού; Να μην το παίρναμε από τα μούτρα; Εντάξει στον αντιπολιτευτικό του ρόλο χωλαίνει όσο να πεις, αλλά μήπως το φόρτε του είναι εντέλει το μεσανατολικό; Διότι ο μεγάλος ο ηγέτης, ο αβανταδόρος, χρειάζεται κι αντίστοιχου μεγέθους προκλήσεις για να ‘ρθει ν’ αναδειχτεί. Να ξεδιπλώσει το πολιτικό του μεγαλείο. Λέω εγώ τώρα.

Τι; Και η Αλέκα στη Βηρυτό; Κι ο Αλαβάνος; Να μη ρωτήσω καλύτερα που θα οργανωθεί το φετινό φεστιβάλ της ΚΝΕ. (Πόσο έξυπνες είπαμε ότι είναι αυτές οι βόμβες;)

23.7.06

Ο Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος

Η ζωή, σου θέτει διλήμματα: Άσπρο ή μαύρο; Βουνό ή θάλασσα; Νέα Δημοκρατία ή ΠΑΣΟΚ; Βίσση ή Βανδή; Έρχεσαι εσύ λοιπόν και δίνεις μία κάποια απάντηση. Άλλοτε τη θεμελιώνεις επί δομημένων επιχειρημάτων. Άλλοτε την επιλέγεις βάσει της συγκυρίας, των ενστίκτων και των φορτίσεών σου. Σεβαστές όλες οι γνώμες σου. Ακόμα κι αν επιλέγεις γκρι, κάμπο, Συνασπισμό και Πέγκυ Ζήνα.

Του Παλαιστίνιου καλλιτέχνη Banksy

Έρχεται όμως η στιγμή που τα διλήμματα είναι πιο σύνθετα και σου τίθενται με εμφατικό τρόπο μέσα από την εικόνα ενός αιμόφυρτου παιδιού στη Βηρυτό ή στη Χάιφα. Κι εκεί; Τη θέση μπορείς να πάρεις; Θεωρείς ότι όλα κατευθύνονται από σιωνιστικά κέντρα και παράκεντρα εξουσίας; Τοποθετείσαι έναντι των εξελίξεων, βάσει του αντιαμερικανισμού σου (και του δόγματος «εχθρός του εχθρού μου ίσον φίλος μου»); Νιώθεις ένα αίσθημα αδικίας. Και θλίψης. Και αγανάκτησης. Αλλά από την άλλη, φοβάσαι την αφύπνιση του μουσουλμανικού φονταμενταλισμού, έτσι δεν είναι; Παραδέξου το! Βλέπεις στις ανταποκρίσεις της Καρχιλάκη και της Amanpour, τα στεγνά πρόσωπα των γενειοφόρων μουσουλμάνων και διακρίνεις μέσα στα μάτια τους το φανατισμό της πίστης. Την αναφορά στο Ισλάμ. Και κάτι μέσα σου παγώνει.

Είναι τόσο δύσκολο να πάρεις θέση. Το μόνο που μπορείς με ασφάλεια να διαπιστώσεις, είναι ότι η παγκόσμια κοινή γνώμη (κι εγώ κι εσύ) παραμένει βουβή, κωφεύοντας στις εκκλήσεις για κάποιου είδους βοήθεια. Για ειρηνευτικές παρεμβάσεις που θα έθεταν τέλος στη φρίκη και θα προλάμβαναν τα επερχόμενα δεινά.
Διότι μη γελιέσαι, ο κατά Huntington πόλεμος των πολιτισμών έχει μόλις ξεκινήσει. Είναι διαφορετικός, ασύμμετρος και εξελίσσεται με ασυνέχειες. Δεν είναι πόλεμος χαρακωμάτων, δεν έχει επικές μάχες σε κορφοβούνια και ραχούλες. Τακτικοί στρατοί ανταλλάσσουν πυρά με ένοπλες ομάδες, μέσα στους δρόμους των πόλεων. Τρομοκρατικές επιθέσεις καλλιεργούν μία νέα ψυχροπολεμική υστερία. Και είναι πολύ δύσκολο να καταλάβεις ποιος είναι μαζί σου και ποιος εναντίον σου.
Το Ισραήλ φαίνεται αποφασισμένο να επιβάλει τη δική του αίσθηση δικαίου. Αλλά όταν χτυπάς με το κεφάλι σου τον άλλον, στην πραγματικότητα κουτουλάς στο δικό σου τοίχο. Μπορεί αρχικώς –και κοιτώντας τον αντίπαλό σου να σωριάζεται στο έδαφος από το πλήγμα που του επέφερες- να μειδιάσεις αυτάρεσκα με την επίδειξη της δύναμής σου. Αν ψηλαφίσεις όμως το μέτωπό σου θα δεις ότι εκείνο που έχει ματώσει είναι το δικό σου κεφάλι.

Οι όμορφες χώρες, όμορφα καίγονται.

Λίβανος, γκραβούρα του W. H. Bartlett, 1841

8.7.06

Τον σιροπιάζεις τον μπακλαβά;

Nα βγω, δεν πολυβγαίνω. Να πιω, δεν πολυπίνω. Να καπνίσω, δεν καπνίζω. Ξενέρωτο θα με έλεγες και θα είχες κι επιχειρήματα! Διότι ας μην γελιόμαστε: το πρότυπο του «καλού παιδιού» δεν φτουράει στις μέρες μας, εκτός κι αν είσαι ο Αρναούτογλου. Θέλει λίγη μπαμπεσιά το πράμα! Λίγη μπρουτάλ αμετροέπεια. Να κατεβάζεις τα ουίσκια σου, να ξεκουμπώνεις και το τρίτο κουμπί στο πουκάμισό σου, να κυκλοφορείς με «πειραγμένη» εξάτμιση, να γυρνάς στο σπίτι σου στις 4 (και να είναι αυταπόδεικτο ότι εννοείς τα ξημερώματα). Ν’ αράζεις βρε παιδί μου στην καφετέρια με τη φραπεδιά και το γυαλί ηλίου κι όταν σε ρωτούν με ποιον μίλαγες στο κινητό, ν’ απαντάς «τίποτα μωρέ, ένα γκομενάκι ήταν, που χτύπησα προχθές στο φανάρι της Κατεχάκη» (και να μην εννοείς ότι το τράκαρες και το έτρεχες στα επείγοντα-χτύπα ξύλο!). Αυτό είναι φίλε μου το νόημα της ζωής: ν’ αλλάζεις κινητό, αυτοκίνητο και γυναίκα ανά εξάμηνο και να μην σου καίγεται καρφάκι!

Εγώ λοιπόν πολύ του έξω δεν είμαι και το’χεις καταλάβει. Το ως άνω απόφθεγμα, μα ουδεμία σχέση με το άτομό μου και –συνήθως- ουδόλως με απασχολεί. Εντούτοις φθάνει η ώρα κι η στιγμή που έρχομαι κι αναρωτιέμαι: μα, πόσο βαθιά νυχτωμένος είμαι επιτέλους;

Θα σου δώκω απλό παράδειγμα. Μαζευτήκαμε προ ημερών παρέα και πήγαμε σε καλοκαιρινό μπαράκι στο Χαλάνδρι -με την αυλή του την ωραία, τη μουσικούλα την προσεγμένη, τα φοινικόδεντρα και τα συντριβανάκια. Στις 10 φτάνουμε εκεί, άδειο το μαγαζί. Ανώδυνο θα μου πεις και σε ώρα που κυκλοφορούν και τα Στρουμφάκια. Ήπιαμε το κατιτίς μας, συζητήσαμε τα χαμπέρια φίλων, γνωστών (και γνωστών των γνωστών μας), ήρθε και πέρασε η ώρα ευχάριστα.

"Wine bar" της Nicole Etienne

Αξάφνου λίγο μετά τις 12, συνειδητοποιούμε ότι το μαγαζί έχει γεμίσει. Παρασκευή βράδυ είναι, βγαίνει –σου λέει- ο κόσμος. Αλλά αυτός ο συγκεκριμένος κόσμος δεν ήταν ό,τι κι ό,τι! Γυναικοπαρέες με νεαρές υπάρξεις που το πηγαίνανε το γράμμα. Πιο κείθε, φτιασιδωμένες μεγαλοκοπέλες (με το άτυχο το μαλλί και την ακόμη πιο άτυχη τη μαντίλα με τα πολύχρωμα γεωμετρικά σχήματα) που το αλευρώνανε το τσουρέκι. Πιο δώθε, νεαροί -τε και σιτεμένοι- παλικαράδες με το πουκαμισάκι το τζιτζί και το ποτήρι σταθερά στο χέρι (θαρρείς και είν’ προέκταση ο Johnny Walker, του καρπού και των δακτύλων) και στο μάτι τους, το βλέμμα που παίρνει ο Συλβέστρος σα λιγουρεύεται τον Τουίτυ. “I thought I saw a pussycat!”

Και δώστου να κοιτάζει η μεγαλοκοπέλα τον παλικαρά που γλυκοκοίταζε μία κορασίδα που πλαγιοκοπούσε τον μπάρμαν, που έκανε τα γλυκά μάτια σε έναν νταγλαρά. Και να τα κεράσματα και οι ατάκες τύπου «Ρόδα, Τσάντα και Κοπάνα» με το Γαρδέλη να ζαχαρώνει την Ρένα Παγκράτη και το Στάθη Ψάλτη να μπαλαμουτιάζει ό,τι είναι δίποδο και κινείται. («Είσαι για ρακέτες, μανίτσα;») Αυτό δεν ήταν μπαρ, το Χρυσό Κουφέτο ήταν!
Εντάξει, άβγαλτο δεν θα με πεις (τουλάχιστον όχι τελείως!), αλλά όλη ετούτη η λάγνα διάθεση με καταπλάκωσε ωσάν οδοστρωτήρας. Θέλεις που το φυστίκωμα επλανάτο στον αέρα και σου δημιουργούσε μία αίσθηση τριτοτέταρτου νυφοπάζαρου; Θέλεις που προσωπικώς βραχυκυκλώνω και δεν μπορώ να λειτουργήσω σε τέτοιους χώρους; Πάρε και διάλεξε.

Το δια ταύτα της υπόθεσης είναι ότι ουδέποτε κατάλαβα πώς παίζεται το παιχνίδι στα νυχτερινά στέκια. Ναι, το ξεύρω ότι θα με παραπέμψεις στο γνωστό σενάριο «κερνάω ποτό στο απέναντι τραπέζι / χαμογελάω / έχω feedback / αν το feedback είναι θετικό προχωράω σε σαχλή ατάκα / η σαχλή ατάκα εξελίσσεται σε σαχλό διάλογο / το βράδυ καταλήγει σε κρεβάτωμα (και δεν εννοώ για να σου αλλάξουνε κομπρέσες)!». Αλλά γιατί διάολε το βρίσκω ελεεινά αμήχανο και απόλυτα τυποποιημένο; Είναι τόσο έντονη η εικόνα του Στάθη Ψάλτη που με κατατρέχει ως βίωμα και ως εφιάλτης; Όχι μωρέ, μην τρελαίνεσαι! Απλώς να, είμαι οπαδός της εξευγενισμένης επαφής, της διακριτικής ανακάλυψης, της συναισθηματικής αναψηλάφησης (sic!). Εκεί που τη μουσική δεν την ακούς γύρω σου, αλλά εκκωφαντικά μέσα σου. Και που τα βλέμματα δεν μετρούν πιθανότητες, αλλά δυνατότητες.

2.7.06

Κοιμήσου Περσεφόνη

Η εικόνα του καλοκαιριού δεν είναι πλήρης χωρίς τα ροζ και τα γαλάζια κουβαδάκια, τα μικροσκοπικά φτυαράκια και τις παιδικές φωνές που τσαλαβουτούν στην αλμύρα. Κι όταν ακόμα σου τραβούν την πετσέτα ή απείθαρχα αμφισβητούν την εξουσία σου, δεν μπορείς παρά να υποχωρήσεις μπροστά στη δύναμη και τη λαχτάρα να κατακτήσουν το χώρο τους.

Στο πρόσωπά τους δεν έχουν εγχαρακτεί ακόμα οι θρησκείες, οι πολιτικές και οι σκοπιμότητες. Στα μάτια τους ανακατεύονται οι πρωτόλυες εκείνες ουσίες που συνθέτουν τα όνειρα, τους εφιάλτες και τις δυνατότητές μας. Περιέργεια. Δύναμη για ζωή. Απερισκεψία. Δελφίνια μέσα σε έναν ωκεανό εντυπώσεων.


"Untitled" (The Child) του Gottfried Helnwein

Αν κοιταχτείς προσεκτικά στον καθρέπτη θα διακρίνεις βαθιά μέσα στα μάτια σου, το παιδί που κάποτε ήσουν. Είναι δύσκολο να το απομονώσεις από τους φόβους, τις απαιτήσεις, τις εμμονές, τα πάθη και τα ψεύδη σου. Από το βομβαρδισμό των θέλω σου. Αλλά είναι εκεί, θαμμένο σε ένα κουτί κάτω από τα ερείπια της ενήλικης υποκρισίας σου. Της ενήλικης υποκρισίας μου. Ναι, εκείνης που καταπλάκωσε τον Άλεξ στη Βέροια, που γρονθοκόπησε μέχρι θανάτου το τετράχρονο αγόρι που υπέκυψε προχθές στην Αθήνα, που κατακρεούργησε τη Στέϊσι και τη Ναταλί στη Λιέγη.

Tο ταξίδι της Κοκκινοσκουφίτσας προς το σπίτι της γιαγιάς περνά μέσα από το σκοτεινό δάσος. Αγέλες λύκων παραμονεύουν ανάμεσα στις φυλλωσιές και τους θάμνους, έτοιμοι να την κατασπαράξουν. Κι αν ακόμη εκείνη φθάσει ζωντανή στο κατώφλι της γιαγιάς της, μην είσαι καθόλου βέβαιος ότι τα χέρια της δεν θα είναι γεμάτα δαγκωνιές και η ψυχή της δεν θα’χει μαραζώσει.