29.12.04

Το κύμα

Κάθε τέτοια εποχή, μας δίδεται η αφορμή με τις γιορτές, να συνθηκολογήσουμε με τους φόβους μας, να εισπνεύσουμε ελπίδα για το αύριο, να επανεκτιμήσουμε τα κεκτημένα μας και να περάσουμε καλά. Μέσα σε μία ενορχηστρωμένη, υπέρλαμπρη παράσταση ευζωίας. Και για να μην παρεξηγηθώ, καλώς πράττουμε! Οφείλουμε να επιφυλάσσουμε για τον εαυτό μας μερικές στιγμές ξεγυρισμένης καλοπέρασης, διότι το εφήμερον του πράγματος, μου έχει διδάξει ότι δεν πρέπει επ’ουδενί να μεταθέτεις για αργότερα την καλοπέρασή σου. Το αργότερα μπορεί και να μην έρθει ποτέ ή τελοσπάντων να μην έρθει όταν και όπως το προγραμματίζεις.

Κι εκεί λοιπόν που πηγαίναμε να κάνουμε και φέτος τη χριστουγεννιάτική μας υπέρβαση και να ξεχάσουμε όσα (μικρά ή μεγάλα) μας βασανίζουν, ήλθε το τσουνάμι και μας τσάκισε. Η χειρότερή μου εικόνα είναι εκείνη των φτωχών ψαράδων στις ακτές της Σρι Λάνκα που μόλις είδαν τη θάλασσα να τραβιέται προς τα μέσα, έσπευσαν να συλλέξουν τα ψάρια και τα όστρακα που είχαν ξάφνου αφεθεί απ’το Θεό απλόχερα, στην απόλυτη διάθεσή τους. Ακούγοντας τις περιγραφές, σκέφτομαι ότι είναι εξαιρετικά κακεντρεχής ο τρόπος που η μοίρα ειρωνεύεται τους ανθρώπους: παιδάκια, σκανδιναβοί τουρίστες και φτωχοί ντόπιοι ψαράδες να βαδίζουν προς τα βαθιά, για να συναντήσουν το θάνατο. Φαντάζομαι την έκπληξή τους για το αναπάντεχο φαινόμενο της απόσυρσης των υδάτων, τα γέλια τους, την παιγνιώδη τους διάθεση. Σαν σκηνή από αλληγορικό δράμα. Κι ύστερα, ήλθε το κύμα και τους πήρε.

Φέτος οι γιορτές έχουν πικρή γεύση. Εκεί βαθιά στον ωκεανό, οι ψυχές χιλιάδων ανθρώπων παιχνιδίζουν με τα κύματα. Κι εμείς εδώ; Στεκόμαστε στην ακρογιαλιά και τις αποχαιρετούμε. Με σεβασμό. Όπως οφείλουμε. Και προχωρούμε. Όπως οφείλουμε. Προς το αύριο.

28.12.04

Τάνια

Ανέκαθεν είχα μία αδυναμία στην Τάνια Τσανακλίδου. Μου αρέσουν τα τραγούδια της, η κατσαρή φωνή της, ο ερωτισμός που εκπέμπει και η διακριτική, αξιοπρεπής παρουσία της στα μουσικά πράγματα.

Αυτόν τον καιρό, η Τάνια τραγουδά στο Μετρό (Δευτέρα & Τρίτη, μόνον!). Ο χώρος είναι εξαιρετικά φιλικός, με άρτια εξυπηρέτηση, καλό εξαερισμό (διότι έχομεν και μία κάποια ευαισθησία στην κάπνα) και σχετικά χαμηλές τιμές (γύρω στα 30 ευρώ το άτομο, σε τραπέζι). Το καλύτερο όμως απ'όλα είναι η ώρα έναρξης του προγράμματος: στις 9 ακριβώς! Ανθρώπινες ώρες! Δεν χρειάζεται να αναπτύξεις νυχτόβια ένστικτα, ούτε κινδυνεύεις να "σέρνεσαι" την επόμενη μέρα στο γραφείο! Επίδειξη σοβαρότητας και ευθύνης έναντι του πελάτη.

Η Τάνια κάνει κέφι. Σε αναγκάζει να τραγουδήσεις μαζί της. Σε ταξιδεύει. Ερμηνεύει δικές της επιτυχίες, αλλά και απρόσμενα τραγούδια όπως το "Αυτή η νύχτα μένει" του Κραουνάκη (ας με συγχωρέσει η Παπίου, αλλά η Τάνια το αποθεώνει), το "Ιστορία μου, Αμαρτία μου" και άλλα πολλά. Ο θεατρικός τρόπος με τον οποίο κινείται πάνω στη μικρή, λιτή σκηνή, το διαρκές παιχνίδι με το κοινό και η γλυκιά θηλυκή μαγκιά της, σε κερδίζουν.

Νομίζω το καλύτερο live που έχω δει. Τάνια, σ'ευχαριστώ...

16.12.04

Βρε ουστ!

Είσαι γύρω στα 30 (πάνω / κάτω μία πενταετία). Έχεις σπουδάσει, απέκτησες μεταπτυχιακό, μιλάς μία με δύο ξένες γλώσσες. Όταν ήσουν 10 ετών, ήθελες να γίνεις πιλότος/αστυνομικός/δάσκαλος. Στα 15 σου, γιατρός/δικηγόρος/αρχιτέκτονας και στα 20, brand manager/project manager/IT specialist. Σήμερα και κοιτώντας το γραφείο όπου δουλεύεις, συνειδητοποιείς ότι καλύτερα να είχες μείνει στο αρχικό plan. Πηγαίνεις γυμναστήριο (όποτε μπορέσεις, μία φορά το εξάμηνο), κάνεις συχνά δίαιτες και διαβάζεις το ζώδιό σου χωρίς να ντρέπεσαι γι’αυτό. Έχεις διάφορα ενδιαφέροντα, σου αρέσει το έντεχνο, νιώθεις καλλιεργημένος, διαβάζεις λιγότερο απ’όσο θα ήθελες, βλέπεις Fame Story και πηγαίνεις σινεμά. Στη ντουλάπα σου έχεις ακόμη μερικά ξεχασμένα τεύχη του Κλικ και στη βιβλιοθήκη σου υπάρχουν βιβλία του Μαρκές και του Ουμπέρτο Έκο. Έχεις πληθώρα cds, τα οποία σπανίως ακούς. Αγοράζεις τουλάχιστον δύο εφημερίδες κάθε Κυριακή (με κριτήριο το dvd) και αρχίζεις την ανάγνωσή τους από τα ένθετα: πρώτα τα διαφημιστικά, μετά τα τηλεοπτικά, τα lifestyle και τέλος –αν προλάβεις- ρίχνεις και μια ματιά στην εφημερίδα.

Ξυπνάς κάθε πρωί με κάτι μούτρα μέχρι το πάτωμα και πίνεις έναν καφέ. Ντύνεσαι. Βγάζεις από την πρίζα τον φορτιστή και βάζεις στην τσάντα σου το κινητό. Παίρνεις το αυτοκίνητο, το μετρό, το τρόλεϊ, το λεωφορείο και πηγαίνεις στη δουλειά (την οποία δυσκολεύθηκες να βρεις, αλλά τέτοια που είναι, εύχεσαι να μην την είχες βρει), πίνεις έναν καφέ, τσεκάρεις το e-mail σου, ανοίγεις το in.gr, διαβάζεις το Μετρόραμα και την AthensVoice, παίρνεις κάνα τηλέφωνο, κουτσομπολεύεις με τους συναδέλφους, χασμουριέσαι κι αρχίζεις να μελετάς νούμερα και να γράφεις αναφορές. Κατά τη διάρκεια της μέρας, πετάγεσαι να πληρώσεις το κινητό, τη ΔΕΗ, την Tellas, τη δόση για το αυτοκίνητο. Παίρνεις και μία τυρόπιτα. Όταν τη φας, αισθάνεσαι ενοχές για τις θερμίδες που απέκτησες, για τις κακές διατροφικές σου συνήθειες, για τα ευρώ που ξοδεύεις αλόγιστα σε σαχλαμάρες, για τα παιδάκια στο Τζιμπουτί που δεν έχουν να φάνε.

Σχολάς (γύρω στις 4, στις 5 ή ίσως και στις 7:30). Παίρνεις το αυτοκίνητο, το μετρό, το τρόλεϊ, το λεωφορείο και γυρίζεις πίσω πτώμα. Δεν έχεις καμία όρεξη να βγεις, αλλά για να μην σε πουν αντικοινωνικό κανονίζεις να βρεθείς με την παρέα σου στην άλλη άκρη της πόλης, σε ένα μπαράκι πολύ κατώτερο από το κουτούκι που βρίσκεται στη γωνία, ακριβώς δίπλα στο σπίτι σου. Όταν φθάσεις στο μπαράκι κι αφού ταλαιπωρηθείς να βρεις θέση να παρκάρεις, στριμώχνεσαι σε ένα τραπεζάκι ασφυκτικά τοποθετημένο ανάμεσα σε άλλα και νιώθεις και χαρούμενος που βρήκες να κάτσεις. Εκνευρίζεσαι με την κάπνα, τη μουσική, το γέλιο της κυρίας στο διπλανό τραπέζι, την αγένεια της σερβιτόρας και βεβαίως τον αδικαιολόγητα υπέρογκο λογαριασμό, που σου δημιουργεί και πάλι τους γνωστούς συνειρμούς για τα πεταμένα ευρώ και τα παιδάκια στο Τζιμπουτί.

Είχες όνειρα. Ω ναι! Ήθελες να παντρευτείς, να κάνεις πολλά παιδάκια και να αγοράσεις ένα μεγάλο σπίτι με θέα τη θάλασσα. Κοιτάς την τελευταία μισθοδοσία σου και συμβιβάζεσαι με πολιτικό γάμο, ένα παιδί και θέα στον ακάλυπτο. Κορνιζάρεις και κρεμάς στον τοίχο, τα πτυχία που είχαν υποσχεθεί να σε κάνουν brand manager/project manager/IT specialist. Συμβιβάζεσαι με την κακογουστιά, την αγένεια, την αναξιοκρατία, τη μαζικότητα. Συμβιβάζεσαι με το έτερον ήμισυ, παρά το γεγονός ότι κατά βάθος είσαι εγωιστής και θα ήθελες να είσαι πάντα από πάνω. Ας όψεται η χαμηλή αυτοεκτίμηση που σου κληροδότησε το Κλικ, το Νίτρο, το 01, ο Ζαμπούνης, η Πετρουλάκη, η οικογένεια Φόρεστερ και όλος αυτός ο δήθεν υπέρλαμπρος κόσμος της χαλαρότητας, της ευδαιμονίας και της ευζωίας. Ξέρεις ότι δεν είσαι πανέξυπνος, πανέμορφος, επιτυχημένος, political correct. Συμβιβάζεσαι και με αυτό. Εντέλει, φθάνεις να συμβιβάζεσαι με τον συμβιβασμό.

Συνειδητοποίησες ότι η γενιά σου έχαψε την παραμύθα που της σερβίρανε οι λογής-λογής Κωστόπουλοι. Την παραμύθα του χύμα, του εύκολου, του ωχαδελφισμού, της νέο-μαγκιάς. Κι ύστερα, ώσπου να το συνειδητοποιήσεις… μεγάλωσες! «Μα δεν μπορεί ΕΓΩ ο επίδοξος brand manager/project manager/IT specialist να είμαι ακόμη εδώ, στην Κυψέλη, στο Παγκράτι, στην Πλατεία Βικτωρίας» σκέφτεσαι. «Πότε θα πάω εκδρομές σε εξωτικούς προορισμούς; Πότε θα μείνω σε εκείνο το ξενοδοχείο που μοιάζει με καράβι, στο Ντουμπάι; Πότε θα αγοράσω τηλεόραση plasma για να την εγκαταστήσω στο playroom μου; Πότε θα μετακομίσω σε μεζονέτα στην εξοχή; Πότε θα βρω το χρόνο να διαβάσω όλα τα βιβλία που θέλω, να ταξινομήσω όλα τα άρθρα που έχω κρατήσει, να ακούσω όλα τα cds που έχω αντιγράψει και να δω όλα τα dvds που έχω συγκεντρώσει από τις εφημερίδες; Ποιος θα μου πει πότε να επαναστατήσω επιτέλους;»


Υπήρξαν γενιές που ανδρώθηκαν μέσα από ένδοξες επαναστάσεις. Όλοι, έφαγαν τελικά τα μούτρα τους, αλλά τους έμεινε τουλάχιστον η ανάμνηση ότι αγωνίσθηκαν για κάτι. Λυπάμαι πολύ. Εσείς αγαπητέ μου είστε ο πιο αδύναμος κρίκος. Η ιστορία σας κλήρωσε κι εσάς μία κάποια επανάσταση. Την επανάσταση του lifestyle και της τεχνολογίας. Είστε ένας φρενήρης, ανικανοποίητος καταναλωτής. Καλή σας νύχτα.

8.12.04

Alexander

Ο Αλέξανδρος του Oliver Stone είναι μία πάρα πολύ καλή ταινία. Μία ταινία με αξιοπρεπείς ερμηνείες, καλοδουλεμένο σενάριο, υπέροχη σκηνοθεσία και κυρίως, χωρίς μεγάλες ιστορικές ανακρίβειες (που να έχουν υποπέσει τουλάχιστον στη δική μου αντίληψη). Δυστυχώς παρεξηγήθηκε και υποτιμήθηκε, με αποτέλεσμα να είναι τελείως άδειες οι αίθουσες προβολής της. Τις τελευταίες μέρες έχω ακούσει στην τηλεόραση και έχω διαβάσει στον τύπο σωρεία αρνητικών σχολίων από ανθρώπους που προφανώς δεν έχουν δει την ταινία! Ας όψεται η σεμνοτυφία και ο φαρισαϊσμός μίας κοινωνίας που διαθέτει επιλεκτική μνήμη και αισθητική.

Οι αμερικανοί κριτικοί ήσαν οι πρώτοι που έσυραν το χορό των επικριτικών σχολίων για την ταινία. Το γεγονός αυτό συνέβαλε αποφασιστικά στην εμπορική αποτυχία της στις ΗΠΑ (μόλις έκτη σε εισιτήρια το πρώτο σαββατοκύριακο προβολής), όχι γιατί οι αμερικάνοι θεατές ακολουθούν τα κελεύσματα των κριτικών (κάποιες από τις ταινίες που βρίσκονταν στις πρώτες πέντε θέσεις του box office αντιμετωπίσθηκαν επίσης αρνητικά) αλλά γιατί η κριτική εξέλαβε τη μορφή εκτεταμένης λοιδορίας. Είναι αποδεδειγμένο ότι το συντηρητικό αμερικανικό κοινό δεν μπορεί να δεχθεί ήρωες με αμφιλεγόμενες πλευρές και αδυναμίες. Ο αμφισεξουλικός Αλέξανδρος, με τα έντονα ψυχολογικά συμπλέγματα και την χαρισματική, αλλά αμφιλεγόμενη προσωπικότητα είναι αναμφίβολα δύσκολο θέμα για τον απαίδευτο αμερικανό θεατή ή το μέσο ψηφοφόρο του Μπους.

Ο Colin Farrell στάθηκε αξιοπρεπώς στο ρόλο του μεγάλου στρατηλάτη, αποδίδοντας τις ψυχολογικές εντάσεις αλλά και το μεγαλείο του ανδρός. Η σαγηνευτική Angelina Jolie στο ρόλο της Ολυμπιάδας, δημιούργησε ένα κάπως σχηματικό αλλά πάντως ενδιαφέρον πορτραίτο της μητέρας του Αλέξανδρου, με έντονα στοιχεία μυστικισμού και ερωτισμού που παραπέμπει σε αρχέγονα πρότυπα μητριαρχίας. Ο Val Kilmer ως Φίλιππος ήταν αρκετά κατώτερος, με υπαιτιότητα όχι μόνο του ιδίου αλλά και του σκηνοθέτη. Τέλος, πρέπει να αναφέρω ότι εξαιρετική εντύπωση μου έκανε η Rosario Dawson στο ρόλο της ημιάγριας, εξωτικής Ρωξάνης.

Από την ειδυλλιακή εικόνα του λιμανιού της Αλεξάνδρειας ως τις χιονισμένες βουνοκορυφές του Καυκάσου, η ταινία είναι γεμάτη όμορφες εικόνες. Ο εξωτισμός της Ασίας αποδίδεται με μοναδικό τρόπο. Όταν ο Αλέξανδρος καταφθάνει στη Βαβυλώνα και εισέρχεται από τις πύλες, συναντά έναν αλλιώτικο κόσμο, ο οποίος τον περιμένει για να τον επευφημήσει και να τον ραντίσει με ροδοπέταλα ωσάν νέο Δαρείο. Ένας πολιτισμός παλαιότερος από τον ελληνικό, ξεδιπλώνει το μεγαλείο του, εκεί στην κοιλάδα των μεγάλων ποταμών. Στο λίκνο του ανθρώπινου πολιτισμού.

Οι σκηνές των μαχών είναι εξαιρετικές. Από τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών ως την Τροία, έχουμε δει αρκετές επικές μάχες τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο εδώ, ο Oliver Stone πηγαίνει ένα βήμα πιο πέρα. Η κάμερα κινείται νευρικά, ντοκιμαντερίστικα ανάμεσα στους μαχόμενους πολεμιστές, αποδίδοντας με φρενήρη ρυθμό την ένταση των στιγμών. Αίμα, μανιασμένα άλογα, σκόνη, λάσπη, φρίκη. Η μάχη στα Γαυγάμηλα είναι υπόδειγμα υψηλής σκηνοθετικής δεξιοτεχνίας. Αλλά δεν σταματάμε εκεί. Ο πήχης ανεβαίνει ψηλότερα και προς το τέλος μας περιμένει μία νέα, ακόμη πιο αριστοτεχνική σκηνή μάχης. Όταν ο αποκαμωμένος μακεδονικός στρατός φθάνει στην Ινδία και δίνει τον ύστατο αγώνα στις εσχατιές της Ασίας, ο Oliver Stone μεγαλουργεί. Παρακολουθούμε στρατιώτες με αρχαιοελληνικές πανοπλίες μέσα στις λάσπες της ζούγκλας, με πιθήκους και φίδια στα γύρω δένδρα, να περιμένουν υπό βροχή τον εχθρό. Ακούνε από μακριά τον αντίπαλο στρατό να προελαύνει με τους χιλιάδες πολεμιστές και τους ελέφαντες. Όσο καλά κι αν γνωρίζεις την ιστορία, όσες φορές κι αν έχεις διαβάσει για εκείνη τη μάχη, βλέποντας αυτή τη σκηνή συνειδητοποιείς τη σημασία (αλλά από ένα σημείο και μετά, και την παράνοια) της εκστρατείας του Αλέξανδρου. Στρατιώτες με αρχαιοελληνικές πανοπλίες μέσα στις λάσπες της ζούγκλας! Δεν το είχα συλλάβει ποτέ. Ούτε ως εικόνα, ούτε ως κατάσταση. Είναι καταπληκτικό! Είναι μία εικόνα που καταγράφεται στη μνήμη σου! Προς το τέλος της μάχης σε μία σκηνή απόλυτης έντασης και συμβολισμού, ο μαινόμενος Αλέξανδρος με το Βουκεφάλα ορθώνει το ανάστημά του μπροστά σε έναν ελέφαντα-πολεμική μηχανή. Ανακαλύπτει ότι η θνητότητα είναι το όριό του. Όταν ο Αλέξανδρος τραυματίζεται από εχθρικό βέλος, ένα βαθύ κόκκινο πλημμυρίζει την οθόνη. Ποιητικό. Υπέροχο.

Ο Αλέξανδρος του Oliver Stone δεν αποδίδεται ως καρικατούρα υπερήρωα. Είναι πολύ πιο σύνθετος και επομένως άκρως ρεαλιστικός. Φέρει τα ενοχικά του σύνδρομα (για το θάνατο του πατέρα του), τις αρετές που του εμφύσησε η υψηλή του παιδεία, το παιγνιώδες ελληνικό πνεύμα της αναζήτησης, τα μακεδονικά φιλοπόλεμα ένστικτα, τη χαρισματικότητα του ηγέτη, την ευφυΐα του στρατηγού, τα οιδιπόδεια συμπλέγματα με τη μητέρα του, τις αδυναμίες του. Εκδηλώνει τις εκρήξεις του, τη μεγαλομανία του, βλέπει παντού συνομωσίες, φοβάται. Συνεπαρμένος από τις επιτυχίες του και από τα πλούτη της Ασίας, μεταμορφώνεται. Ο Αλέξανδρος είναι συναισθηματικά ανικανοποίητος. Μπορεί να έχει τα πάντα, αλλά όχι και την ευτυχία. Ζει για την πρόκληση, για την εξερεύνηση των ορίων του, των ορίων του κόσμου του. Όσο για την αμφισεξουαλικότητά του, σε συνέντευξή του ο Oliver Stone δήλωσε ότι μπορεί να προσβάλει κάποιους ανθρώπους, αλλά δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι η ταινία αναφέρεται σε μία τελείως διαφορετική εποχή με προ-χριστιανικά πρότυπα ηθικής. Άλλωστε, η σχέση του Ηφαιστίωνα με τον Αλέξανδρο απλώς υπονοείται και δεν παρουσιάζεται ως σαρκική επαφή αλλά ως συναισθηματική εξάρτηση.

Βαθμολογία: 8/10

Tip: Με εξόργισε η σεμνοτυφία του ελληνικού υποτιτλισμού. Όταν ο Πτολεμαίος αναφέρει ότι «Alexander was never defeated, except by Hephaistion’s thights” οι ελληνικοί υπότιτλοι αποδίδουν ότι «Ο Αλέξανδρος δεν νικήθηκε παρά από τον Ηφαιστίωνα», κατακρεουργώντας μία ιστορικά καταγεγραμμένη φράση. Σιγά, μην σπάσουμε τα αυγά!

1.12.04

The Incredibles

Εντέλει τα κινούμενα σχέδια έχουν αποδειχθεί η μόνη εγγυημένη επιλογή κινηματογραφικής απόλαυσης. Μετά το περσινό «Finding Nemo», η Disney (ή για να το πω πιο σωστά, η Pixar) επιστρέφει με μία εξαιρετική περιπέτεια φαντασίας. Μία οικογένεια υπερηρώων -ο μπαμπάς Mr. Incredible, η μαμά Elastigirl και τα τρία τους παιδιά- έρχεται αντιμέτωπη με μία κοινωνία που τους φοβάται και τους μισεί επειδή τυγχάνει να είναι διαφορετικοί. Ένας θεότρελος επιστήμονας με το πολύ σχηματικό όνομα Syndrome, κυριευμένος από τη ζήλια και τα κόμπλεξ κατωτερότητας, παγιδεύει τους Incredibles σε ένα εξωτικό νησί -που θυμίζει ταινίες του James Bond- και προσπαθεί να τους εξολοθρεύσει με διάφορα μετατεχνολογικά gudgets και υπερ-όπλα. Τα υπόλοιπα επί της οθόνης.

Εξαίσια αισθητική με ρετρό διάθεση, συμπαθέστατοι πρωταγωνιστές με καταπληκτικές δυνάμεις, φρενήρεις ρυθμοί δράσης, επαρκείς δόσεις χιούμορ και ένα πολύ συνεκτικό σενάριο που κρατάει αναπόσπαστο το ενδιαφέρον. Το concept παραπέμπει φυσικά σε κλασικά comics της αμερικανικής pop culture, όπως οι X-Men και οι Fantastic Four. Αλλά παρότι οι ομοιότητες είναι κάτι παραπάνω από εμφανείς (το όνομα του Mr Incredible και οι δυνάμεις της Elastigirl παραπέμπουν στον Mr Fantastic –τον αγαπητό μας Reed Richards, οι δυνάμεις της Violet είναι πανομοιότυπες με εκείνες της Sue Richards, ο Frozone κινείται πάνω σε μία παγοστήλη όπως ο Iceman κ.λπ.), το αποτέλεσμα σου δίνει την εντύπωση μίας πολύ πρωτότυπης και διασκεδαστικής παραγωγής.

Δυστυχώς για την Disney αυτή η ταινία φημολογείται πως είναι και η τελευταία συνεργασία της με την Pixar. Ευτυχώς για μας, αμφότερες οι εταιρίες θα βγάζουν από εδώ και στο εξής εκ παραλλήλου δικές τους ταινίες. Περισσότερο animation για όλους!

Βαθμολογία: 8/10

26.11.04

2046

Είναι σχεδόν αδύνατο να γράψω κάτι που να μην εμπεριέχει μελοδραματισμό. Τουλάχιστον σε αυτή τη φάση.

Είναι δύσκολο να επανεφεύρω το νόημα (μου). Προσπαθώ πάντως.

Προχθές πήγα σινεμά. Είδα το «
2046», μία πολύ μελαγχολική, ποιητική ταινία του Kar Wai Wong από το Χονγκ Κονγκ. «Είναι πολύ δύσκολο να φύγεις από το 2046» λέει σε κάποια στιγμή ο ήρωας. Είναι αδύνατον να δραπετεύσεις από τον εαυτό σου και όσα σε συνοδεύουν, λέω εγώ.

Η ταινία είναι σχεδόν αριστουργηματική, από εικαστικής τουλάχιστον σκοπιάς.
Ξεκινάει με μία φράση που δεν έχω πάψει να ψιθυρίζω μέσα μου: «Όλες οι μνήμες έχουν τα σημάδια δακρύων.» Είναι αλήθεια; Ίσως.

Ο ήρωας, ένας πρώην δημοσιογράφος και νυν συγγραφέας, φθάνει στο Χονγκ Κονγκ στα μέσα της δεκαετίας του ’60 και αποφασίζει να μείνει σε ένα φθηνό ξενοδοχείο. Στο δωμάτιο 2047, δίπλα στο 2046. Η ταινία παρακολουθεί τις εύθραυστες σχέσεις του με μία σειρά γυναικών. Κάθε μία εξ αυτών αποτελεί μία διαφορετική ιστορία, συνοδεύεται από ένα αναγνωρίσιμο μουσικό μοτίβο και αντιμετωπίζει με το δικό της τρόπο τα προσωπικά της αδιέξοδα. Το πάθος και ο ερωτισμός ακροβατούν με την τραγικότητα. «Ο έρωτας είναι θέμα συγχρονισμού.» Η Lulu, μία πληγωμένη αρτίστα τον αναζητά με τη μορφή ενός πουλιού χωρίς πόδια: για να πετάει πάντοτε ψηλά και να μην μπορέσει να προσγειωθεί ποτέ. Η Bai παίζει επιτυχημένα το παιχνίδι της αποπλάνησης, αλλά παγιδεύεται μέσα στον έρωτά της: οι ρόλοι αλλάζουν και εκείνος που πλήρωνε για την παρέα της, ζητάει τώρα ανταλλάγματα για να της προσφέρει τη δική του. Το λέω συχνά˙ όλοι ενδυόμαστε τους ρόλους του θύματος και του θύτη. Εναλλάξ και κατ’ εξακολούθηση. Η Wang φθάνει στην παράνοια, όταν της απαγορεύουν το δικαίωμα στον έρωτα και τη φυγή. Όταν της στερούν την ελευθερία. Και στο φουτουριστικό αποκύημα της φαντασίας, στο τρένο με ανταπόκριση το 2046, ο έρωτας δεν έρχεται ποτέ. Όχι γιατί αργεί λόγω έλλειψης συντονισμού, αλλά γιατί έχει δοθεί κάπου αλλού.

Ο ήρωας συνειδητοποιεί ότι ο δικός του έρωτας τον έχει προσπεράσει. Μαθαίνουμε από τα λάθη μας; Όχι. Είμαστε καταδικασμένοι να τα επαναλάβουμε. Να ζήσουμε με αυτά. Τιμούμε τα λάθη μας, γιατί δεν είναι εύκολο να αλλάξουμε τον εαυτό μας.

Μετά την επιστροφή του στην Κίνα και για περίοδο 50 ετών, το μικροσκοπικό Χονγκ Κονγκ (χώρος όπου διαδραματίζεται η ταινία) διατηρεί ένα μεταβατικό καθεστώς αυτονομίας. Το καθεστώς αυτό λήγει το 2046 κι από το αμέσως επόμενο έτος, η πόλη θα αποτελεί κινέζικη επαρχία. Οι κάτοικοι θα πρέπει να ζήσουν σε μία νέα πραγματικότητα. Υποθέτω (και χωρίς να αναφέρεται πουθενά στην ταινία) ότι αυτό είχε στο νου του ο σκηνοθέτης. Αυτό και τόσα άλλα!
Βαθμολογία: 9/10

Tip:
Αν προσπαθήσεις να καταλάβεις [αυτήν την ταινία], έχεις χάσει το νόημα. Αν αφεθείς και την νιώσεις, σίγουρα θα την απολαύσεις. Χμ. Νομίζω ότι με βοηθάει αυτό.

8.11.04

Το γιλεκάκι

Η πιο παλιά ανάμνηση της ζωής μου δεν είναι μία εικόνα, αλλά μία αίσθηση ενός χώρου και μίας κατάστασης. Θυμάμαι πως είμαι πολύ-πολύ μικρός (νομίζω πως δεν μιλάω ακόμα –προς μεγάλη ικανοποίηση των όσων με λένε πολυλογά) και βρίσκομαι σε έναν μεγάλο απροσδιόριστο χώρο, που μάλλον είναι το -εδώ και δεκαετίες γκρεμισμένο- σπίτι των παππούδων μου στην Αλεξανδρούπολη. Είμαι μέσα στην κούνια μου, άρρωστος με πυρετό. Νιώθω την υγρασία του χώρου και την αγωνιώδη δυσκολία μου να αναπνεύσω. Άσθμα. Το δωμάτιο είναι σκοτεινό, αλλά από κάποιες γρίλιες διεισδύει το φως. Η ανάμνηση δεν έχει σαφή εικόνα, αλλά πλανάται στη θύμησή μου σαν ένα ονειρικό μυστικό, σαν μία τομή στο χωρόχρονο της ζωής μου. Ετούτη δε η ανάμνηση διαφέρει από όλες τις υπόλοιπες: δεν ανακαλείται από τη μνήμη, αλλά από την ψυχή μου, όπου εγγράφηκε και θα τη φέρω όσο υπάρχω.

Πέρα και πάνω από την αίσθηση του δωματίου, βαθιά χαραγμένη μέσα μου είναι η παρουσία της μανούλας μου. Ήταν στο προσκεφάλι μου, επιτελώντας αγόγγυστα τον προαιώνιο ρόλο της κάθε μητέρας. Μου τοποθετούσε στο μέτωπο μία υγρή, διπλωμένη πετσέτα για να πέσει ο πυρετός και μου τραγούδαγε σιγανά, προσπαθώντας να με αποκοιμίσει ή να με κάνει να πάψω το κλάμα.

Ίσως φανεί περίεργο, αλλά αυτό το τραγούδι είναι και η αιτία που θυμάμαι εκείνη τη σκηνή. Φαίνεται πως για έναν μυστηριώδη, ανεξήγητο λόγο μου έκανε μεγάλη εντύπωση εκείνο το τραγούδι. Μου έχει αποτυπωθεί στη μνήμη σαν σφραγίδα. Αδιάψευστη μαρτυρία του ποιος είμαι και από πού ξεκινώ. Τεκμήριο του πόσο βαθιά με όρισες, μαμά. Συγχώρα με που ίσως κάνω λάθος τα λόγια, αλλά νομίζω ότι πήγαινε κάπως έτσι:

Το γιλεκάκι που φορείς
εγώ στο χω ραμμένο
με πίκρες και με βάσανα
στο χω φοδράρισμένο

Άντε το μαλώνω,
το μαλώνω
άντε κι ύστερα
το μετανιώνω

άντε το μαλώνω
και το βρίζω
άντε την καρδούλα του ραγίζω

φόρα το μωρό μου
φόρα το μικρό μου
γιατί δεν θα το ξαναφορέσεις άλλο πια

φόρα το για να σαι,
για να με θυμάσαι…

Αντίο μαμά. Από σήμερα το πρωί, υπάρχεις, ζεις κι αναπνέεις μέσα μου.

3.11.04

Λίγο πριν το αντίο

Περνάω τα τελευταία μερόνυχτα σε ένα δωμάτιο του Ευαγγελισμού, στο προσκέφαλο της μανούλας μου. Εκείνη δεν με ακούει πλέον, αλλά εγώ της μιλάω. Γιατί έχω να της πω πολλά ακόμα. Είναι σκληρό να μιλάς σε ένα ανέκφραστο πρόσωπο, σε έναν άνθρωπο που δεν μπορεί να απαντήσει και που είσαι σχεδόν βέβαιος ότι δεν σε ακούει μέσα στο χάος του μυαλού του. Είναι σκληρό να προετοιμάζεσαι για τον πιο δύσκολο και πιο άδικο αποχωρισμό. Σκληρός, μεταλλικός κι ο ήχος του μηχανήματος που την κρατάει στη ζωή. Με πλημμυρίζουν οι εικόνες της, οι σκέψεις της, οι μικρές της καθημερινές συνήθειες, οι συμπεριφορές της. Προσπαθώ να τη σκέφτομαι πριν την επέλαση της νόσου. Πριν το ανηφόρισμα στο Γολγοθά. Εκείνη την εικόνα θέλω να κρατώ στην επιλεκτική μου μνήμη. Εκείνη είναι η πραγματική της εικόνα.

Τώρα. Μία ανάσα από το τέλος της διαδρομής, είμαστε εδώ. Για την ακρίβεια, εγώ είμαι εδώ κι εκείνη είναι σχεδόν μαζί μου. Την αισθάνομαι δίπλα μου, νιώθω την παρουσία της. Αλλά δεν μπορώ να δεχθώ ότι δεν θα ξαναδώ να με κοιτούν, εκείνα τα λαμπερά γκριζοπράσινα μάτια. Τα πιο όμορφα μάτια του κόσμου μου.

28.10.04

Fame Story III

Είναι η ιδέα μου ή πρόκειται για ένα από τα πλέον πληκτικά realities από συστάσεως ιδιωτικής τηλεόρασης (εντάξει το Gym, το Party και το Mission είναι εκτός συναγωνισμού); Τσούρμο ατάλαντων νέων, εσώκλειστο σε σπίτι-playmobil διδάσκεται από μεγαλόσχημους καθηγητές την τέχνη του τραγουδιστή. Η Τατιάνα στο μεγαλύτερο ρόλο της ζωής της, συντονίζει τα κυριακάτικα live με τη γνωστή προσποιητή χαριτωμενιά της (μπρρρρ). Εντούτοις η ανεπάρκειά της στο να υποδαυλίζει τα μίση και τα πάθη των παικτών και των κριτών, μου δημιουργεί μία νοσηρή νοσταλγία για τον Μικρούτσικο.

Όμως ας μην μείνουμε στα άσχημα. Το Fame Story είναι ένα παιχνίδι που δίνει ευκαιρίες. Πολλές ευκαιρίες! Όχι όμως μόνο στους επονομαζόμενους «μαθητές της Ακαδημίας». Αλλά και στους κριτές και στους δασκάλους! Η πρώτη που άδραξε μία τέτοια ευκαιρία είναι η Δάφνη Μπόκοτα, που επιτέλους βρήκε ένα hobby, για να μην πλήττει τα κρύα (?) βράδια του χειμώνα και μέχρι την επόμενη Eurovision. Ουφ, δύσκολα που βγαίνει το ψωμί! Ο δεύτερος είναι ο στυλίστας Μάρκελος που με την εμφάνισή του στο show κατέκτησε για πάντα μία θέση στην ατελείωτη λίστα με τα ημι-celebrities αυτού του τόπου.

Και όσο για τους παίκτες, δεν έχω λόγια για την αβάσταχτη ελαφρότητα που τους δέρνει. Ο αυστραλός-τσολιάς Νίκος που υπήρξε η αφορμή για να ξαναθυμηθεί και ο ίδιος ο Τόλης το ξεχασμένο άσμα του «Την αλήθεια μόνο, πες την να τελειώνω!», η πολύ rock βρε παιδί μου αυστραλο-punk Ζωή, η περισπούδαστη και πολύ ποιοτική (!) Αντιγόνη, το ζεύγος της αφωνίας Δέσποινα & Μιχάλης (ουπς, συγγνώμη… Μιχαήλ, ωσάν τον Άγγελο! Όχι το Χερουβείμ, τον γλύπτη…), ο τελάλης φοιτητής της ΑΣΟΕΕ, ο κοιμούμενος μακρυμάλλης (που θέλει να είναι ο εαυτός του και επομένως, τσαντίζεται όταν τον ξυπνάνε!), η Barbie ξανθούλα-πρώην-φιλενάδα-του-Λε-Πα και όλοι οι λοιποί, συνθέτουν έναν εντελώς αδιάφορο μικρόκοσμο που δεν πολυγουστάρεις να ασχοληθείς μαζί του, αλλά το κάνεις άλλοτε από τηλεοπτικό μαζοχισμό και άλλοτε από βαρεμάρα. Πώς το λέει; «Η συνήθεια που έγινε λατρεία»! Για να μην ξεχνιόμαστε κιόλας…

Νομίζω λοιπόν ότι τούτο το reality είναι χειρότερο από τα δύο προηγούμενα. Τουλάχιστον στο Fame Story I οι κόντρες μεταξύ Άσπας (Τσίνα;) και Κατερίνας Κούκα είχαν μία πρωτόλεια αυθεντικότητα, σχεδόν ικανή να σώσει –τότε- την ανύπαρκτη παρουσιάστρια-celebrity-στιχουργό από την απόλυτη βαρεμάρα. Στο πρώτο sequel με τον Μικρούτσικο, τα πράγματα αγρίεψαν και βρέθηκε η λύση του «κακορίζικου» Μουρατίδη, ο οποίος τελοσπάντων υπηρετεί την ποιότητα και δεν μπορεί να κρατήσει το στόμα του κλειστό όταν βλέπει κοριτσάκια ντυμένα ωσάν call-girls να ερμηνεύουν άσματα της τριτοτέταρτης λαϊκοπόπ διαλογής! Μα καλά! Δεν βρέθηκε ένας άνθρωπος να τον προϊδεάσει βρε παιδί μου, ότι η «Ακαδημία» προετοιμάζει επίδοξες διαδόχους της Πέγκυς Ζήνας και ουχί της Αγνής Μπάλτσα; Ας είναι! Λίγο το μπρίο και τα greeklish της Καλομοίρας, λίγο η αποθέωση της διαφορετικότητας (bisexual Κώστας Κούντος, αλβανο-κερκυραία Σαβίνα Λόις), λίγο το υπερατλαντικό κεράτωμα του δύστυχου συζύγου της Μάρως και λίγο το δίδυμο των καθηγητών Αύρα Ξεπαπαδάκου & Νίκος Ευταξίας, περάσαμε μία χαρωπή και εντελώς pop τηλεοπτική άνοιξη! Τουλάχιστον τότε γελάγαμε και λίγο. Φέτος χασμουριόμαστε.

27.10.04

Νύφες

Η αρχική ιδέα είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Γυναίκες από τη Θράκη, τη Σαμοθράκη και την Οδησσό ξεκινούν ένα μεγάλο υπερατλαντικό ταξίδι για να παντρευτούν άντρες που δεν έχουν γνωρίσει ποτέ, αλλά τους οποίους έχουν δει σε φωτογραφίες. Γάμος δια αλληλογραφίας και μετανάστευση. Ως εδώ πάει καλά. Στο ταξίδι, η πρωταγωνίστρια Νίκη Δούκα (Βικτόρια Χαραλαμπίδου) θα γνωρίσει έναν αμερικανό φωτογράφο και θα τον ερωτευθεί, αντιμετωπίζοντας το δίλημμα εάν θα πρέπει να ακολουθήσει την καρδιά της ή να μείνει πιστή στο ραντεβού με τη μοίρα που της προδιέγραψε το συνοικέσιο.

Οι «Νύφες» είναι η μεγαλύτερη παραγωγή στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου και αυτό φαίνεται! Στα σκηνικά, τα κουστούμια, τους δεκάδες κομπάρσους. Η προσεγμένη σκηνοθεσία του Παντελή Βούλγαρη δημιουργεί εικαστικά ενδιαφέρουσες εικόνες και μας ταξιδεύει αρκετά επιτυχημένα πίσω στο χρόνο.

Αλλά δεν αντέχω να μην το πω: η ταινία είναι βαρετή, επίπεδη, κουραστική. Και ναι, φταίει το σενάριο που πέραν της αρχικής ιδέας είναι εντέλει ανύπαρκτο. Ίσως να αρκούσε για ένα συμπαθητικό διήγημα, αλλά δεν είναι ικανό για να στηρίξει πάνω του μία δομημένη κινηματογραφική παραγωγή. Και δη, τέτοιου μεγέθους. Εξηγούμαι. Το σενάριο δεν έχει κορύφωση ή τελοσπάντων αν μπορούμε να θεωρήσουμε ως κορύφωση το δράμα προς το τέλος του ταξιδιού, τότε λυπάμαι αλλά ο θεατής έχει κουραστεί πολύ να περιμένει, διότι εντωμεταξύ δεν έχει παρακολουθήσει κάποια κλιμάκωση που να τον οδηγεί σε ένα δραματουργικό αποτέλεσμα. Τουναντίον, μία επίπεδη αφήγηση. Οι δύο δραματικές σκηνές του τέλους (με τη Νίκη και τη Χαρώ) σου δημιουργούν την αίσθηση ότι απλώς γράφτηκαν για να μην μείνει κανείς με την αίσθηση της απόλυτης στασιμότητας. Γράφτηκαν εξ ανάγκης. Για να μπορείς να πεις μετά, εντάξει, άντεξα δύο ώρες επίπεδων διαλόγων και ανύπαρκτης πλοκής, αλλά.. αποζημιώθηκα τουλάχιστον και με πέντε λεπτά μιας κάποιας δραματουργικής εξέλιξης. Αμ δεν σου φτάνει αυτό για να βγεις ικανοποιημένος για τα λεφτά που έδωσες για να δεις την ταινία (και δεν αναφέρομαι μόνο στα λεφτά του εισιτηρίου, αλλά και στα χρήματα της επιχορήγησης που δώσαμε μέσω του Υπουργείου Πολιτισμού).

Εκτός ίσως από τη Νίκη Δούκα, όλοι οι υπόλοιποι χαρακτήρες δρουν και κινούνται τελείως αψυχολόγητα. Ο εντελώς σχηματικός «κακός» της υπόθεσης (ένας Γεωργιανός σωματέμπορος), δεν είναι ικανός να δημιουργήσει κανενός είδους σασπένς ή δραματουργική κορύφωση. Δεν καταλαβαίνουμε τί ακριβώς ζητάει από τους κεντρικούς ήρωες. Με ποιόν τρόπο τους απειλεί και γιατί; Εδώ ο κόσμος χάνεται (πόλεμοι, φτώχεια, κακομοιριά, αποικιοκρατία, μαζικά συνοικέσια, άθλιες συνθήκες ταξιδιού) και το μείζον πρόβλημά μας είναι η παραπλάνηση έξι ρωσίδων; Οι οποίες εξάλλου δεν βλέπω να ζητούν κανενός είδους βοήθεια από κανέναν και ξέρετε γιατί; Διότι απλώς δεν υπάρχουν στην ταινία! Αν μας τις γνώριζε ο σκηνοθέτης, αν μας έδινε την ευκαιρία να κατανοήσουμε το δράμα τους, τη διάψευση των ονείρων τους, την αυταπάτη της καλύτερης ζωής που τους είχαν τάξει, τότε μάλιστα! Θα μπορούσαμε να συμμεριστούμε την αγωνία τους… Αλλά δεν τις βλέπουμε, παρά ως βουβές κομπάρσους σε μία ταινία 2 και κάτι ωρών, που τελοσπάντων θα μπορούσε να αναπτύξει περισσότερο την ιστορία τους!

Αλλά αυτό δεν είναι το μόνο πρόβλημα… Ο αμερικανός φωτογράφος (Demian Lewis) από βαριεστημένος ταξιδιώτης της πρώτης θέσης και αποτυχημένος επαγγελματίας που γυρίζει αδέκαρος στην πατρίδα του, μετατρέπεται ξαφνικά σε ένθερμο υποστηρικτή και σωτήρα των απανταχού πληγωμένων κορασίδων! Και χωρίς προφανή λόγο –όχι, μην μου πείτε ότι ο χαρακτήρας της Νίκης Δούκα έδειξε τέτοιες χάρες που τον παρέσυραν σε ένα φλογερό έρωτα και ως εξ αυτού, ξύπνησε μέσα του ο ήρωας! Δεν πείθει! Προς τι, τέτοια ευαισθησία; Όντας αμερικάνος δεν θα έπρεπε να διατυμπανίζει την ευημερία των ΗΠΑ και να ενθαρρύνει τις «νύφες» να ξεφύγουν από τη μιζέρια της πατρίδας τους; Και η σύζυγός του; Αναφέρει στην αρχή ότι είναι παντρεμένος, αλλά μετά το ξεχνάμε. Δεν μας απασχολεί ως κατάσταση. Θα μπορούσε να του δημιουργεί μία προσωπική ένταση. Αλλά δε…

Ο έρωτας του ναύτη Νικόλα με τη ρωσίδα Όλγκα μάλλον υπονοήθηκε, παρά αναπτύχθηκε στην ταινία. Η ηθοποιός που ερμήνευε τη νεαρή ρωσίδα είναι ζήτημα αν σταύρωσε μία ατάκα σε μία ταινία που –επαναλαμβάνω- διήρκησε πάνω από 2 ώρες! Έτσι όμως, δεν πλάθουμε κινηματογραφικούς χαρακτήρες, αλλά καρικατούρες για να περνάει η ώρα και να γεμίζουν τα πλάνα! Αλήθεια, ποιος μπορεί να περιγράψει ακριβώς το ρόλο της Εβελίνας Παπούλια; Τι ακριβώς έκανε στην ταινία; Η παρουσία του καπετάνιου (Δημήτρης Καταλειφός) σε τί ακριβώς εξυπηρετεί την πλοκή; Ο δε διάλογος (!) ανάμεσα στην Παπούλια και τον Καταλειφό, όταν το πλοίο φθάνει στη Νέα Υόρκη, είναι τελείως ξεκάρφωτος. Και όλο αυτό το δράμα; Τα θλιμμένα πρόσωπα; Οι μαυροφορεμένες νύφες; Μα καλά, ξεκινούν ένα ταξίδι από τη μιζέρια και τη φτώχεια της ελληνικής επαρχίας για την αφθονία της Αμερικής και δεν σκάει στο χειλάκι τους ούτε ένα χαμόγελο; Μία ελπίδα ίσως; Μία προσμονή για το μεγάλο και ελπιδοφόρο μέλλον τους; Και εντάξει, ας πούμε ότι οι κοπέλες δεν θέλουν βρε παιδί μου να πάνε, διότι δεν έχουν καμία όρεξη να δοθούν σε αγνώστους. Τότε, γιατί όταν εντέλει φθάνουν, κάνουν σαν τρελές που βλέπουν τους γαμπρούς τους; Πού πήγε το δράμα, ο κλαυθμός και οδυρμός; Και τελοσπάντων για να τελειώσω με μία (εύλογη) απορία, πού βρέθηκαν τα σύνεργα για τόσες καλλιτεχνικές φωτογραφήσεις μέσα σε ένα υπερωκεάνιο του ’20 (ως και σκοτεινό θάλαμο έχει στη διάθεσή του ο Νόρμαν); Λέω εγώ τώρα. Αααααχ, δυστυχώς δεν ξανατρώμε φέτος Πολίτικη Κουζίνα!

Γενικό Σχόλιο: Ο ελληνικός Τιτανικός έπεσε σε παγόβουνο. Μόνο για κυρίες 55 και άνω, μετά των συζύγων τους. 4/10

26.10.04

Survivor II

«Γιατί φέτος… το παιχνίδι παίζεται αλλιώς!»

Και μην ρωτήσετε πώς αλλιώς. Όπως γουστάρει η παραγωγή, τραβάμε κανένα τσαμπουκά; Η συνταγή είναι απλή και απορώ που δεν καταλαβαίνετε. Στην αρχή παίρνουμε 18 παίκτες και τους χωρίζουμε σε δύο ομάδες: τα αγοράκια δεξιά, τα κοριτσάκια αριστερά. Κατόπιν τους αφήνουμε σε δύο νησάκια της μακρινής Malaysia (Truly Asia!), χωρίς φωτιά, φαγητό, εφόδια και τηλεόραση.

Μετά που το ξανασκεφτόμαστε, αποφασίζουμε ότι σιγά μην τα καταφέρουν 9 γυναίκες μόνες σε ένα νησί (θα αλληλο-φαγωθούν), οπότε τους πετάμε από ελικόπτερο έναν μπάρμαν για να γίνει ο αρχηγός τους. Την ίδια στιγμή, πετάμε (πάντα από ελικόπτερο για να δούμε πώς θα σκάσει κάτω!) μία ρουμάνα στριπτιζέζ με attitude, στην ομάδα των αντρών.

Μετά τους βάζουμε και αλληλοσφάζονται. Μπερδεύουμε τις ομάδες, ανταλλάζουμε τους αρχηγούς, επινοούμε άσχετους κανόνες, χαρίζουμε ασυλίες, δίνουμε όποτε μας αρέσει δεύτερη ευκαιρία, διατηρούμε καβάντζα παίκτη σε τρίτο νησί δύο στενά πιο κάτω, καταργούμε άμα γουστάρουμε και την ψηφοφορία! Και γιατί όλα αυτά;

Γιατί ω ναι, φέτος…το παιχνίδι παίζεται αλλιώς!

Tip: Το επάγγελμα «χειριστής μετροπόντικα» ποτέ άλλοτε δεν υπήρξε τόσο trendy.

25.10.04

Shrek II

Το πρασινοτόμαρο τέρας Shrek και η σύζυγός του, πριγκίπισσα Fiona (που αν θυμάστε από την πρώτη ταινία, έχει αποκτήσει εξίσου λαδί χρώμα με τον καλό της!) επισκέπτονται τα πεθερικά, στο Βασίλειο του Far, Far Away. Όμως ο έρωτάς τους δοκιμάζεται από μία πλεκτάνη που στήνεται εις βάρος του Shrek και σκοπό έχει να επαναφέρει την πριγκίπισσα στον παλιό-καλό-political-correct εαυτό της. Η ταινία βρίθει αναφορών σε μύθους, παραμύθια, ταινίες (όπως το Lord of the Rings και το Mission: Impossible), ανθρώπους και καταστάσεις της επικαιρότητας. Ειδικά στο δεύτερο μέρος, η πλοκή εξελίσσεται με ταχύτατους ρυθμούς και νιώθεις βομβαρδισμένος από κωμικούς διάλογους και πανέξυπνα gangs.

Ξεκαρδιστικός για μία ακόμη φορά ο γαϊδαράκος (Eddie Murphy) με την εκνευριστική του συμπεριφορά και τις απίθανες ατάκες του. Τους βασικούς ήρωες πλαισιώνουν θεότρελοι δευτερεύοντες χαρακτήρες (όπως ο Πινόκιο, ο κακός Λύκος και τα τρία γουρουνάκια), ενώ δεν μπορώ παρά να επαινέσω την πολύ έξυπνη επιλογή της μουσικής (μα καλά, το “Freak Out, Le Freak, C’est chic!” ποιος απίστευτος σεναριογράφος το σκέφτηκε;). Ωστόσο, την παράσταση κλέβει εντέλει ένα άλλο τετράποδο: ο Σπιρουνάτος Γάτος (Antonio Banderas) που συνδυάζει ένα δολοφονικά αθώο βλέμμα, με λάτιν ταπεραμέντο και γατίσια γοητεία. Με διαφορά ο καλύτερος ρόλος του Banderas (!) στην αλλοπρόσαλλη καριέρα του (έστω και ως φωνή cartoon). Νιάου!

Παραθέτω μικρό δείγμα των σπαρταριστών διαλόγων…
(ο Shrek, o Donkey και ο Puss-in-Boots βρίσκονται φυλακισμένοι σε έναν πύργο και ο Πινόκιο προσπαθεί να τους απελευθερώσει, κρεμασμένος με σκοινιά από την οροφή. Όμως για να τους φθάσει, πρέπει να τεντώσει…τη μύτη του!)

Shrek : Quick tell a lie!
Pinocchio : What should I say?
Donkey : Say something crazy... like you're wearing ladies underwear.
Pinocchio : Um, ok. I'm wearing ladies underwear.
Pinocchio : [silence]
Shrek : Are you?
Pinocchio : I most certainly am not.
Pinocchio : [nose extends]
Donkey : It looks like you most certainly are.
Pinocchio : I am not.
Pinocchio : [nose extends]
Puss-in-Boots : What kind? What kind?
Gingerbread Man : IT'S A THONG!


Ραντεβού στο επόμενο προγραμματισμένο sequel του Shrek, το καλοκαίρι του 2006.

Γενικό Σχόλιο: Ενήλικο χιούμορ σε σπαρταριστή συσκευασία cartoon! 8/10

22.10.04

Κωμικές Σειρές

Προσπάθησα να παρακολουθήσω κάποιες από τις νέες κωμικές σειρές της τηλεόρασης και το αποτέλεσμα ήταν τουλάχιστον απογοητευτικό. Τα σενάρια είναι απολύτως τετριμμένα (αν όχι ανύπαρκτα) και οι περισσότεροι ηθοποιοί διεκπεραιώνουν τους ρόλους τους χωρίς καμία διάθεση πρωτοτυπίας (εξαίρεση η Δήμητρα Ματσούκα στο «Όλα στην Ταράτσα» και η Ρίκα Διαλυνά στο «Η ώρα η καλή»).

Οι περισσότερες από τις σειρές αυτές έχουν (ευτυχώς) ήδη απορριφθεί από το τηλεοπτικό κοινό, το ένστικτο του οποίου υποτίθεται πως είναι αλάνθαστο. Και λέω «υποτίθεται», διότι πάντοτε απορούσα με την ανεξήγητη (για μένα τουλάχιστον) επιτυχία σειρών όπως το ανεκδιήγητο «Εμείς κι εμείς», το κουραστικό «Δέκα Λεπτά Κήρυγμα», τα αλήστου μνήμης πονήματα «Χάι Ροκ» (Φιλιππίδης & Χαλκιάς) και «Λάβ Σόρυ» (ναι, εκείνο με τον υδραυλικό!) και τελευταία, το εντελώς αδιάφορο και υπερτιμημένο «Καφέ της χαράς». Βεβαίως το χιούμορ είναι κάτι τελείως υποκειμενικό, αλλά διερωτώμαι: πόσες από αυτές τις σειρές μπορούν να σταθούν τηλεοπτικά πέντε ή δέκα χρόνια μετά την πρώτη προβολή τους;

Ναι, η διαχρονικότητα μπορεί να αποτελέσει κριτήριο αξιολόγησης, ακόμη και στην περίπτωση των κωμικών σειρών. Βάσει αυτού του κριτηρίου λοιπόν, προσπάθησα να συντάξω μία λίστα με τις καλύτερες και πιο διαχρονικές κωμικές ελληνικές σειρές. Κατά την προσωπική μου λοιπόν άποψη, η λίστα έχει ως εξής:

1. Ντόλτσε Βίτα (Απολαυστική κωμωδία καταστάσεων, με το υπέροχο δίδυμο Παναγιωτοπούλου-Μπαλανίκα και την εκπληκτική Μαρία Καβογιάννη, η οποία είναι για μένα μακράν η καλύτερη κωμικός της γενιάς της. Η γιαγιά-Μαρία Φωκά και ο γαμπρός-Χριστόφορος Παπακαλιάτης είναι ξεκαρδιστικοί!)

2. Οι τρεις χάριτες (Απλώς εναπαπροσδιόρισαν την έννοια της τηλεοπτικής κωμωδίας, εισάγοντάς μας στην εποχή της ιδιωτικής τηλεόρασης. Αξέχαστη η «Μπεμπέκα»…)

3. Τα Εγκλήματα (Ευφυέστατο σενάριο ανατροπών, με πρωτότυπες καταστάσεις και ιδανικό καστ. Η Καβογιάννη ως ελαφρών ηθών «Κορίνα» και ο παππούς-Αθηνόδωρος Προύσαλης δίνουν ρεσιτάλ ερμηνείας!)

4. Το δις εξαμαρτείν (Οι Ρέππας & Παπαθανασίου μετά τις Τρεις Χάριτες, δημιουργούν ένα πιο δομημένο σενάριο, με την Ντίνα Κώνστα να κλέβει την παράσταση ως αλμοδοβαρική «Γιολάντα».)

5. Απαράδεκτοι (Αναρχικό χιούμορ και νεορεαλισμός σε πολυκατοικία του Λυκαβηττού. Αποκάλυψη ο Μπέζος, τσαχπινιά από την Παπαδοπούλου, σουρεάλ δευτερεύοντες χαρακτήρες όπως το Αστροπελέκι-Ρένια Λουιζίδου, ο Καπετάνιος ως αστυνομικός και ο Χαλακατεβάκης στο ρόλο του διαχειριστή!)

6. Είσαι το ταίρι μου (Προσεγμένη σκηνοθεσία και έξυπνο σενάριο, γραμμένο πάνω στη Βίκυ Σταυροπούλου! Προς το τέλος, έχανε τη δυναμική του.)

7. Σ’αγαπώ, μ’αγαπάς (Η Δήμητρα Παπαδοπούλου ξαναχτυπά και παρέα με το Θοδωρή Αθερίδη, δημιουργούν ένα ξεκαρδιστικό αλλά ταυτόχρονα, απολύτως οικείο τηλεοπτικό ζευγάρι. «Θοδωρή, εγώ πότε θα γίνω μάνα;»)

8. Οι μεν και οι δεν (Παρότι θεωρώ πως ο Χάρης Ρώμας είναι πολύ σχηματικός υποκριτικά, αναγνωρίζω ότι το σενάριο είχε αρκετές καλές στιγμές. «Γείτονες, αφήστε τα μίση και βρείτε το Διονύση!»)

9. Τι ψυχή θα παραδώσεις μωρή; (Παρότι ανολοκλήρωτο, έκανε αίσθηση για το βιτριολικό χιούμορ του. Η Ελένη Καστάνη ως θεούσα υπάλληλος διοδίων είναι το καλύτερό μου!)

10. Το Ρετιρέ (Ο Δαλιανίδης επαναλαμβάνει για μία ακόμη φορά το χιλιοειπωμένο σενάριό του, αλλά μας αρέσει έτσι κι αλλιώς γιατί έχει γίνει πλέον cult!)

Δυστυχώς, προβλέπω πως η φετινή χρονιά δεν θα μας χαρίσει ανάλογες στιγμές γέλιου. Κρίμα γιατί πραγματικά το χρειαζόμαστε…

21.10.04

Ελληνική μειονότητα

Τις τελευταίες μέρες, ο Κωστής Στεφανόπουλος πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη στα Τίρανα, την οποία συνδύασε με περιοδεία στα μειονοτικά χωρία της Νότιας Αλβανίας. Εκεί, η ελληνική αποστολή έγινε δεκτή μέσα σε ένα παραλήρημα ενθουσιασμού από τον συγκεντρωμένο κόσμο που κρατώντας ελληνικές σημαίες επευφημούσε τον Πρόεδρο και τον Αρχιεπίσκοπο Αναστάσιο. Μιλώντας προς τους έλληνες της μειονότητας, ο Πρόεδρος δήλωσε:

“Η Ελλάδα δεν έχει καμία εδαφική απαίτηση από κανέναν. Αυτό το συμφωνήσαμε στο Ελσίνκι το 1996. Όμως είσαστε αδέλφια μας και δεν θα επιτρέψουμε σε κανέναν να παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα της ελληνικής μειονότητας.»

Μετά το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, η Ελλάδα απώλεσε (λόγω ατυχών χειρισμών και κακής ιστορικής συγκυρίας) τη δυνατότητα να προσαρτήσει τη Βόρεια Ήπειρο. Ένα ακόμη κομμάτι του ελληνισμού έμεινε οριστικά εκτός συνόρων, καταδικασμένο σε μαρασμό και παντελώς ξεχασμένο από το ελληνικό κράτος και τους φορείς του (εκτός ίσως από την ελληνική Ομοσπονδία Άρσης Βαρών).

Ο Πρόεδρος έχει δίκιο όταν λέει ότι σήμερα δεν πρέπει κανείς να θέτει εδαφικές διεκδικήσεις ή να ανασύρει συγκρουσιακές μνήμες (όπως για παράδειγμα, τα περί Τσαμουριάς) που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε εκτροπές από τη διεθνή νομιμότητα. Εντούτοις, η Ελλάδα οφείλει επιτέλους να αρθρώσει μία πιο αποφασιστική πολιτική σε σχέση με την ελληνική μειονότητα στην Αλβανία, απαιτώντας και επιτυγχάνοντας τη διασφάλιση των δικαιωμάτων της.

Με τον ίδιο κατηγορηματικό τρόπο που υποστηρίζω την αναγνώριση δικαιωμάτων στους αλβανούς μετανάστες στην Ελλάδα, απαιτώ από την ελληνική κυβέρνηση να προασπίσει τα δικαιώματα (και τα συμφέροντα) της ελληνικής μειονότητας στη Βόρεια Ήπειρο. Και όχι με αφηρημένα ευχολόγια, αλλά με συγκεκριμένες πολιτικές ενέργειες. Ο εξαίρετος κ. Στεφανόπουλος έπραξε –για μία ακόμη φορά- υποδειγματικά το καθήκον του, προβάλλοντας με αξιοπρέπεια και σύνεση τα εθνικά συμφέροντα. Πέραν όμως αυτού, η επί της ουσίας ανύπαρκτη (ή έστω ανεπαρκής) βαλκανική μας πολιτική φοβούμαι ότι εντέλει θα μας οδηγήσει και πάλι σε χαμένες ευκαιρίες και νέες ιστορικές αστοχίες.

16.10.04

Maurits Cornelis Escher

Πριν από μερικούς μήνες εγκαινιάστηκε ένας νέος εντυπωσιακός χώρος τέχνης στο Θησείο. Σε ένα υπέροχο νεοκλασικό που βρίσκεται ανάμεσα στα καφέ της οδού Ηρακλειδών, στεγάζεται πλέον το Μουσείο "Herakleidon, Experience in Visual Arts".
Ο εκθεσιακός χώρος απλώνεται σε διάφορα επίπεδα με κεντρικό άξονα αναφοράς την υπέροχη εσωτερική αυλή. Οι σκάλες και οι μικροί διάδρομοι που ενώνουν τις αίθουσες δημιουργούν την αίσθηση μίας κοχλιοειδούς περιπλάνησης που καταλήγει στο καλαίσθητο πωλητήριο του Μουσείου. Ο εξαιρετικός φωτισμός (με οπτικές ίνες), τα σύγχρονα οπτικοακουστικά μέσα και η λειτουργική διαρρύθμιση του χώρου ανταποκρίνονται στις πιο υψηλές μουσειακές απαιτήσεις, γεγονός που τελοσπάντων εντυπωσιάζει –κυρίως αν επισκέπτεσαι το Μουσείο ανυποψίαστος, όπως εγώ.

Η πρώτη έκθεση είναι αφιερωμένη στο σπουδαίο Ολλανδό καλλιτέχνη
Maurits Cornelis Escher (1898-1972). Ο Escher θεωρείται μία από τις πλέον εμβληματικές φυσιογνωμίες στο χώρο της σύγχρονης Τέχνης, καθώς κατάφερε να συνδυάσει τα μαθηματικά με την εικαστική έκφραση. Η οπτική ψευδαίσθηση, η έξυπνη αναίρεση των κανόνων της προοπτικής και η μίξη των διαστάσεων λειτουργούν ανατρεπτικά και παγιδεύουν το θεατή μέσα στις ίδιες του τις βεβαιότητες. Τα έργα του Escher εμπαίζουν τις ορθολογικές μας παραδοχές και μας δείχνουν μία εναλλακτική οδό θέασης του κόσμου μέσα από σουρεαλιστικές διαδρομές.

Η έκθεση περιλαμβάνει πλήθος έργων (ξυλογραφίες, χαλκογραφίες και λιθογραφίες) που εκτίθενται σε θεματικές ενότητες. Συζητώντας όμως με την φιλικότατη κοπέλα στο πωλητήριο, έμαθα ότι το Μουσείο έχει εξασφαλίσει ακόμη μεγαλύτερο αριθμό έργων, τα οποία και προτίθεται να εναλλάσσει περιοδικά καθ’όλη τη διάρκεια της έκθεσης (ως το καλοκαίρι του 2005).

Η επίσκεψη στο Herakleidon προτείνεται ανεπιφύλακτα ακόμη και για τους ελάχιστα μυημένους στην τέχνη. Η έκθεση του Escher προσωπικά θα μου μείνει αλησμόνητη, ενώ ήδη αδημονώ για τις επόμενες κινήσεις του Μουσείου. Θερμά συγχαρητήρια στους ιδιοκτήτες

Tip: Το απόλυτο must είναι να επισκεφθεί κανείς το μπάνιο για να πλυθεί στους εξαιρετικής αισθητικής νιπτήρες. Η αποθέωση του design.

13.10.04

Αμερικανικές Εκλογές

«Ήταν θαυμάσιο που ανακάλυψαν την Αμερική, αλλά θα ήταν πολύ καλύτερα αν την έχαναν.»
Mark Twain

Καθώς πλησιάζουν οι αμερικανικές εκλογές, η πόλωση ανάμεσα σε George Bush και John Kerry αυξάνεται, γεγονός που καταγράφεται και στις δημοσκοπήσεις. Οι τελευταίες αποκαλύψεις περί μη ύπαρξης όπλων στο Ιράκ δεν φαίνεται να απασχόλησαν ιδιαίτερα τους οπαδούς του Bush, γεγονός που αποδεικνύει ότι υπάρχουν δύο κατηγορίες ρεπουμπλικάνων ψηφοφόρων: (α) εκείνοι που παρασυρμένοι από τις αντιτρομοκρατικές κορώνες του Προέδρου, συνεχίζουν να αισθάνονται απειλούμενοι και άρα υποστηρίζουν την κατάληψη του Ιράκ, και (β) εκείνοι που ενημερώνονται επαρκώς και παρακολουθούν τις εξελίξεις, έχουν χειραφετηθεί με την ιδέα ότι η τρομοκρατία είναι πρόφαση και ότι ο πόλεμος γίνεται για το πετρέλαιο, αλλά εντούτοις νιώθουν ότι η επιχείρηση στο Ιράκ είναι προς το συμφέρον των ΗΠΑ, σε μία χρονική στιγμή μάλιστα που οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου καλπάζουν.

Από την άλλη, στο στρατόπεδο των δημοκρατικών έχουμε (α) τους φανατικούς ιδεολόγους αριστερής κλίσης (αυτούς που κατεβαίνουν στους δρόμους για το περιβάλλον, την παγκοσμιοποίηση και την ειρήνη), (β) τις μειονοτικές ομάδες και κυρίως, τους έγχρωμους πολίτες, (γ) τους ευαισθητοποιημένους πολίτες που θα ήθελαν μία καλύτερη Αμερική με κοινωνικό πρόσωπο και τέλος, (δ) τους αγανακτισμένους από την πολεμική περιπέτεια στην οποία έχει εμπλέξει ο Bush τη χώρα. Στους τελευταίους συγκαταλέγονται πλέον και οι συγγενείς των πολλών εκατοντάδων νεκρών στο Ιράκ.

Όμως και ενώ στην Ευρώπη, άπαντες σχεδόν τάσσονται υπέρ του Kerry (σε σημείο μάλιστα που στις ΗΠΑ διαδίδεται η φήμη ότι η προεκλογική του εκστρατεία στηρίζεται από ευρωπαϊκά κεφάλαια και άρα η εκλογή του θα είναι υποθηκευμένη σε αλλότρια συμφέροντα!), δεν πρέπει να λησμονούμε ότι οι ΗΠΑ βρίσκονται σε πόλεμο. Οι νωπές μνήμες από την 11η Σεπτεμβρίου και η συναισθηματική φόρτιση που δημιουργεί η ύπαρξη στρατιωτών στο Ιράκ, μπορεί να βαρύνουν την ψήφο υπέρ του Bush, ο οποίος υπόσχεται συνέχιση της εκστρατείας κατά της διεθνούς τρομοκρατίας αλλά και ενγένει πιο επιθετική προώθηση των αμερικανικών συμφερόντων ανά τον κόσμο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της ρεπουμπλικανικής στρατηγικής είναι η όψιμη μεθόδευση για άνοδο των τιμών του πετρελαίου, η οποία αποσκοπεί στο να πλήξει οικονομικά την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Κίνα και την Ιαπωνία.

Το δίλημμα λοιπόν στο οποίο καλείται να απαντήσει ο αμερικανός ψηφοφόρος είναι το εξής: Θέλουμε μία ισχυρή Αμερική, έστω κι αν αυτό στοιχίσει την απώλεια της διεθνούς συμπάθειας ή θέλουμε μία διαλλακτική Αμερική που θα προσπαθήσει να διατηρήσει την ηγεμονική της θέση με τη συναίνεση των συμμάχων της; Θέλουμε μία Αμερική που θα αποθεώνει το αμερικανικό όνειρο και θα προσφέρει δυνατότητες επιχειρηματικής ανάπτυξης (μην ξεχνάμε ότι η ανάπτυξη παρέμεινε υψηλά κατά τη διακυβέρνηση Bush) ή μία Αμερική με κοινωνικό πρόσωπο και μεγαλύτερη στήριξη των μειονοτήτων της; Η απάντηση μπορεί να φαίνεται προφανής για εμας, αλλά δεν συμβαίνει το ίδιο για το μέσο αμερικανό ψηφοφόρο. Οι ΗΠΑ στηρίζουν εδώ και χρόνια την ανάπτυξη και την κοινωνική τους ευδαιμονία στην ηγεμονική τους επικυριαρχία επί του υπόλοιπου κόσμου. Αν ήσασταν αμερικανός ψηφοφόρος, θα θέλατε να διακινδυνεύσετε μία ανατροπή;

11.10.04

How to get rich.

O μεγιστάνας Donald Trump στο τελευταίο του βιβλίο με τον εύγλωττο τίτλο «How to get rich» (εκδόσεις Random House, 2004), παρέχει το δικό του συνταγολόγιο για όσους επιθυμούν άμεση κοινωνική ανέλιξη και οικονομική επιτυχία. Οι συμβουλές του προς τους επίδοξους μιμητές του, συνοψίζονται ως εξής:

1. Δώστε ιδιαίτερη βαρύτητα στο ντύσιμο. Τα ρούχα που φοράμε και η εν γένει εξωτερική εμφάνιση αποτελούν τη βιτρίνα μας.

2. Προσφέρετε μικρές πληροφορίες ή διατυπώστε μία προκλητική άποψη για να προβοκάρετε τους συνομιλητές σας και να βολιδοσκοπήσετε τις αντιδράσεις τους.

3. Γίνετε ο οικονομικός σύμβουλος του εαυτού σας.

4. Κάποιες φορές χρειάζεται να γίνετε επιθετικοί για να επιβληθείτε. Θυμηθείτε ότι ακόμα και ο καλύτερός σας φίλος μπορεί να εποφθαλμιά τη σύντροφο και τα λεφτά σας.

5. Εμπιστευθείτε το προσωπικό σας ένστικτο. Συχνά μας δίδονται μικρά σήματα που μπορούν να μας οδηγήσουν σε (ή να μας αποτρέψουν από) επωφελείς συμφωνίες και συγκεκριμένα πρόσωπα. Μην τα αγνοείτε!

6. Να είστε αισιόδοξοι, αλλά πάντοτε έτοιμοι να αντιμετωπίσετε το χειρότερο πιθανό σενάριο. Να έχετε θετική προαίρεση αλλά με μπόλικο ρεαλισμό.

7. Δίνετε προσοχή στις λεπτομέρειες. Πρέπει να γνωρίζετε όσο περισσότερα πράγματα μπορείτε για αυτό με το οποίο ασχολείστε, εάν θέλετε να ελαχιστοποιήσετε τις πιθανότητες αποτυχίας.

Bio: Ο Donald Trump ξεκίνησε από την αγορά ακινήτων (με πλέον σημαντικές κινήσεις την ανέγερση των περίφημων Trump Towers και την αγοραπωλησία του Plaza Hotel στη Νέα Υόρκη), συνέχισε με την αγορά αεροπορικών εταιριών και πολλών casino, ενώ σήμερα διατηρεί ένα εξαιρετικά διαφοροποιημένο χαρτοφυλάκιο επενδύσεων σε πολλούς κλάδους. Η πρώην σύζυγός του Ivana αποδείχθηκε η καλύτερή του μαθήτρια στον «εύκολο πλουτισμό», καθώς κατάφερε με το διαζύγιό της να του αποσπάσει μεγάλο μέρος της περιουσίας του. Και σαν να μην έφθανε αυτό, η τεράστια αυτοκρατορία του έφθασε να κινδυνεύσει στις αρχές του 2000 με χρεοκοπία! Ωστόσο ο δαιμόνιος Trump κατάφερε να ανατρέψει τα δεδομένα και με μία σειρά ευφυέστατων επιχειρηματικών κινήσεων επέτυχε την επάνοδό του στην προσφιλή του λίστα Forbes με τους πλουσιότερους ανθρώπους του πλανήτη. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι ο Trump είναι ο μοναδικός άνθρωπος με το δικό του emoticon. :$)

10.10.04

The Village

Όταν τελείωσε η προβολή του «Village» («Σκοτεινό Χωριό») στο κατάμεστο Αττικόν, ήταν εμφανές από τα πρόσωπα των θεατών ότι η ταινία διέψευσε τις προσδοκίες τους. Είναι γεγονός ότι οι περισσότεροι –ανάμεσα στους οποίους κι εγώ- περιμέναμε ένα μεταφυσικό θρίλερ με αγωνία και καταιγιστική δράση. Όμως ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Shyamalan μας επιφύλασσε κάτι πολύ διαφορετικό: μία λυρική ταινία που βρίθει φιλοσοφικών σχημάτων, φιλοτεχνημένη με μαεστρία και ποιητική διάθεση.

Η υπόθεση κεντρίζει από την πρώτη στιγμή το ενδιαφέρον: οι φιλειρηνικοί κάτοικοι ενός χωριού ζουν με τον εφιάλτη των «ακατανόμαστων» πλασμάτων που παραμονεύουν στο δάσος. Εγκλωβισμένοι στον ονειρικό μικρόκοσμο του χωριού τους, οι άνθρωποι δείχνουν να έχουν κατακτήσει την ευδαιμονία, μακριά από τις εντάσεις και τους κινδύνους της ζωής στην πόλη. Η τυφλή Ήβη (Bryce Dallas Howard) και ο ανήσυχος Λούσιους (Joaquin Phoenix) θα ζήσουν ένα μυθιστορηματικό ρομάντζο, που όμως θα σκιαστεί από ένα στυγερό έγκλημα. Οι εύθραυστες ισορροπίες ανατρέπονται, καθώς η ανάγκη διάβασης του δάσους (με οδηγό την αγάπη και τον ανθρωπισμό) θα υπερνικήσει το φόβο.

Σε πρώτο επίπεδο, η ταινία μπορεί να ιδωθεί ως ένα απλό, αλλά γοητευτικό παραμύθι. Το δάσος ως συμβολικό αρχέτυπο, κρύβει μέσα του μυστικά και παγίδες. Τα αδιάβατα τερατώδη δέντρα ορίζουν το σύνορο ανάμεσα στην οικεία πραγματικότητα και στο μυστηριώδες άγνωστο. Ο σκοταδισμός και η προκατάληψη αρχίζουν εκεί που σταματάει ο ορθολογισμός. Οι άνθρωποι κρύβουν την πραγματική τους ταυτότητα σε κλειδωμένα κουτιά και ενδύονται το ρόλο ηθικολόγων και ενάρετων πολιτών για να εξευμενίσουν τα ενοχικά τους σύνδρομα. Η κοινωνία της «ηθικής τάξης» πετάει τα αποφάγια και κρύβει τα μυστικά της στις σκιές που απλώνονται πέρα από το φαίνεσθαι. Απαξιώνει αλλά ταυτόχρονα φοβάται την παραδοχή των ενστίκτων της, με αποτέλεσμα να αυτοπαγιδεύεται στο κλουβί της ηθικής μεγαλομανίας της.

Σε δεύτερο επίπεδο, η ταινία αποτελεί ένα καυστικό κοινωνικό σχόλιο για το σύγχρονο κόσμο. Οι απαραίτητοι «βάρβαροι» καλούνται και πάλι να επιτελέσουν το καθήκον τους ως σημείο αναφοράς και ως «απειλή». Η επίκληση του κινδύνου δημιουργεί συνθήκες εξάρτησης από την εξουσία και χαλυβδώνει την κοινωνία με ένα αίσθημα χαλκευμένης ενότητας (βλ. την πρόσφατη σταυροφορία κατά της τρομοκρατίας). Όπως εύστοχα φαίνεται στην ταινία, η εξουσία επιφυλάσσει για τον εαυτό της την αλήθεια και κρατάει στην άγνοια τους υπηκόους της, τρομοκρατώντας τους και αναχαιτίζοντας κάθε προσπάθεια αναζήτησης, που θα μπορούσε να απειλήσει το εύθραυστο οικοδόμημα.

Γενικό Σχόλιο: Το Village είναι ένα μεθυστικό ταξίδι, με μία άκρως σαγηνευτική ιστορία που θα μπορούσε και να διδάσκεται στο μάθημα της κοινωνικής φιλοσοφίας. 8/10

8.10.04

Διαπλοκή

Έχει ανάψει και πάλι η συζήτηση περί διαπλοκής, με βαρύγδουπες δηλώσεις και υποσχέσεις για την πάταξη της νοσηρής αυτής αλληλεξάρτησης που ταλανίζει τον τόπο! Δυστυχώς όλα αυτά τα ακούω βερεσέ, διότι:

(1ον) Η «διαπλοκή» είναι μία αδήριτη πραγματικότητα σε όλες τις κοινωνίες και σε όλες τις εποχές, ανεξαρτήτως των μορφών και εντάσεων που λαμβάνει στην εκάστοτε περίπτωση. Μόνο σε ιδεατά συστήματα (όπως στην πλατωνική Πολιτεία), οι έχοντες πολιτική εξουσία δεν εξαρτώνται ή επηρεάζονται από τα οικονομικά συμφέροντα. Παντού στον κόσμο, οι μεγαλο-επιχειρηματίες συνάπτουν συμφωνίες «κάτω από το τραπέζι» με πολιτικούς προς εξυπηρέτηση αμοιβαίων συμφερόντων. Οι αμερικάνοι το λένε lobbying και τα έχουν αναγάγει σε επιστήμη. Εμείς εδώ κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας και έχουμε εφεύρει τον (πραγματικά ευφάνταστο) όρο «διαπλοκή», αποδίδοντας βολικά την ευθύνη για το οποιοδήποτε πρόβλημα σε μία ανόητη και αφελή γενίκευση. Απλά μαθήματα πολιτικού ρεαλισμού.

(2ον) Οι πολιτικοί που καταγγέλλουν τη διαπλοκή παρουσιάζονται ως έντιμοι και αδέκαστοι εθνοσωτήρες, επιθυμώντας συνήθως να ενδυναμώσουν το φιλολαϊκό προφίλ τους και δίχως να έχουν ποτέ την πραγματική πρόθεση να προβούν σε τομές. Άλλωστε –ας μην γελιόμαστε- εάν και εφόσον προχωρούσαν σε τέτοιες τομές και έπλητταν τα επιχειρηματικά συμφέροντα, τότε εκείνα είτε θα αντιδρούσαν κατά του πολιτικού διώκτη τους (και έχουν τον τρόπο να το κάνουν), είτε θα χρεοκοπούσαν (εφόσον όλη τους η δραστηριότητα υποτίθεται ότι βασίζεται σε αυτή καθαυτή τη διαπλοκή), είτε θα αποσύρονταν από τη χώρα προς εύρεση άλλων πιο προσοδοφόρων αγορών. Σε κάθε περίπτωση, το αποτέλεσμα θα ήταν καταστροφικό για την οικονομία της χώρας, με ανυπολόγιστες κοινωνικές συνέπειες (κλείσιμο επιχειρήσεων, απώλεια θέσεων εργασίας κ.λπ.).

Δεν λέω βεβαίως ότι θα πρέπει να αφεθεί η χώρα στη έλεος του επιχειρηματικού καιροσκοπισμού, ούτε βεβαίως υποβαθμίζω τη σημασία της πολιτικής (και ηθικής) ευθύνης της εκάστοτε εξουσίας. Απλώς αντιλαμβάνομαι ότι η αλληλεξάρτηση πολιτικών και επιχειρηματικών κύκλων (με τα media να καταλαμβάνουν δεσπόζουσα θέση στον κοινό τόπο των δύο αυτών) αποτελεί συστημικό χαρακτηριστικό της φιλελεύθερης οικονομίας και επομένως θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τέτοιο.

7.10.04

Κακή Εκπαίδευση ΙΙ

Πήγαινα σε ένα από τα πλέον κακόφημα σχολεία της Αθήνας, ένα παγερό συγκρότημα γκρίζων κτηρίων που οι φήμες λένε πως αρχικά προοριζόταν για φυλακές. Λίγο πριν τελειώσει η κατασκευή του συγκροτήματος, οι διαμαρτυρίες των κατοίκων της περιοχής ανάγκασαν τους ιθύνοντες να επανεξετάσουν τη χρήση του και να το μετατρέψουν σε σχολείο. Εντούτοις κανείς δεν νοιάστηκε για την καταλληλότητα του χώρου και γενεές παιδιών πλήρωσαν το αντίτιμο της κρατικής αναλγησίας. Οι παιδικές μου μνήμες είναι γεμάτες με τσιμέντο, κάγκελα, γκράφιτι στους τοίχους και ένα ασφυκτικό αίσθημα εγκλεισμού. Υπό αυτή την έννοια, θεωρώ ότι ως έφηβος έχω εκτίσει μία εξαετή κάθειρξη, για ένα έγκλημα που έκαναν άλλοι.

Ωστόσο πέραν της αισθητικής, ένα σχολείο είναι πρωτίστως κοινωνικός χώρος, με πρωταγωνιστές τους καθηγητές. Δυστυχώς, οι περισσότεροι εξ αυτών κραύγαζαν με κάθε τους κίνηση και λέξη, τη δημοσιοϋπαλληλική αδιαφορία τους. Βαριεστημένοι, κακοδιάθετοι, χαμένοι στις σκέψεις τους, έμπαιναν στις αίθουσες και διεκπεραίωναν πειθαναγκαστικά τον πληκτικό τους ρόλο. Βεβαίως υπήρχαν και κάποιοι φωτισμένοι άνθρωποι, που κατέθεταν την ψυχή τους σε αυτό που έκαναν, με αίσθημα ευθύνης και ευσυνειδησίας. Ήταν όμως σπάνιες περιπτώσεις.

Αλλά υπήρχαν και κάποιοι άλλοι. Θυμάμαι. Εκείνον τον ιερωμένο που έμοιαζε με ζωντανό εφιάλτη. Κάθε φορά που έμπαινε στην αίθουσα, μία παγερή σιωπή απλωνόταν, λες και σταματούσε ο χρόνος. Λες και παύαμε να είμαστε παιδιά. Τα μαύρα του ράσα στοίχειωναν την καθημερινότητά μας. Θυμάμαι. Την πρώτη μέρα μας έβαλε να γράψουμε κάποιες ευαγγελικές αρχές στα τετράδιά μας. Σηκώθηκε από την έδρα κρατώντας ένα κόκκινο στυλό. Κοίταξε το πρώτο τετράδιο και άρχισε να ουρλιάζει θυμωμένος. Δεν του άρεσαν τα γράμματα, δεν του άρεσε να χρησιμοποιούμε μαύρο στυλό. Άρχισε να σκίζει το ένα μετά το άλλο, τα τετράδιά μας. Θυμάμαι ότι είχα τρομοκρατηθεί από το μένος με το οποίο μας αντιμετώπισε. Κανείς μας δεν θα ξεχάσει ποτέ εκείνον τον ιερωμένο. Τον θυμάμαι να βρίζει, να βήχει, να φωνάζει, να φτύνει, να τραυματίζει τις ψυχές μας. Για χρόνια, διαβάζαμε με μεγαλύτερη προσοχή τις ανοησίες της (παρωχημένης και ανούσιας) θρησκευτικής κατήχησης, παρά τα υπόλοιπα μαθήματά μας. Ευτυχώς, η συνταξιοδότησή του σήμανε το τέλος της μαρτυρικής μας σχολικής περιπέτειας.

Σήμερα, αποφεύγω ακόμη και να περνάω έξω από τις τσιμεντένιες φυλακές της παιδικής μου αθωότητας. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι μπορώ να ξεχάσω.

6.10.04

Κακή Εκπαίδευση Ι

Σέβομαι τους ανθρώπους που μπορούν να εξελίσσονται και που αναβλύζει από μέσα τους η έμπνευση και η δημιουργικότητα. Υπό αυτή την έννοια, ο Pedro Almodovar έχει κερδίσει εδώ και χρόνια το σεβασμό μου. Οι πρώτες σκηνοθετικές του απόπειρες ξεχείλιζαν από σχηματική φαιδρότητα, γκροτέσκους χαρακτήρες και μία εύγλωττη υστερία. Η κραυγαλέα κιτς αισθητική συμπλήρωνε τα σεναριακά κενά και προσέφερε το απαραίτητο άλλοθι για τις –όχι και τόσο αθώες- φάρσες που σκάρωνε ο σκηνοθέτης. Ωστόσο και παρά την τεράστια επιτυχία του, ο Almodovar έβαλε τον πήχη υψηλότερα: το Carne Tremula σηματοδότησε τη συνειδητή του στροφή προς μία ιδιότυπη δραματουργία εξάρσεων και παθιασμένων σχέσεων. Ακολούθησαν το -για μένα αριστουργηματικό- Hable con ella («Μίλα της») και βεβαίως, η μεγαλύτερη επιτυχία της ως τώρα καριέρας του, το Todo sombre mi madre («Όλα για τη μητέρα μου»).

Η νέα του ταινία, La mala educacion αναμενόταν με μεγάλο ενδιαφέρον, όχι μόνο γιατί καταπιάνεται με το ευαίσθητο θέμα της παιδεραστίας στους κόλπους της Εκκλησίας, αλλά και γιατί –σύμφωνα με τον ίδιο τον Almodovar- είναι αυτοβιογραφική. Ο ερωτισμός ως πάθος κυριαρχεί σε ολόκληρη την ταινία. Άλλοτε υπό τη μορφή νοσηρότητας, άλλοτε ως σαρκική εξάρτηση και άλλοτε ως συναισθηματική ανάγκη. Η ιστορία περιπλέκεται σε πολλά επίπεδα (πραγματικό, φαντασιακό) και σε διαφορετικούς χρόνους (παιδικά χρόνια, πρόσφατο παρελθόν, παρόν). Ο Almodovar προσπάθησε να κεντήσει ένα σύνθετο ερωτικό δράμα και τα κατάφερε αρκετά καλά στη σταυροβελονιά. Όμως, το τελικό αποτέλεσμα δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες μου.

Οι κριτικές για την ταινία υπήρξαν σχεδόν διθυραμβικές. Οι περισσότεροι έκαναν λόγο για ένα μικρό αριστούργημα, που δείχνει αφενός την ωριμότητα και αφετέρου τη σκηνοθετική ευφυΐα του grand master Pedro. Χωρίς να θέλω επ’ουδενί να αμφισβητήσω τίποτα από τα δύο, θεωρώ ότι η ταινία είναι υπερτιμημένη. Η συνεχής αλλαγή ρόλων (από θύτης σε θύμα και από θύμα σε θύτης) δεν επιτρέπει στους ήρωες να αναπτύξουν τις ενοχικές τους ταυτότητες και υπονομεύει τη δραματικότητα. Η επικέντρωση στα πέτρινα παιδικά χρόνια του Ενρίκε, σου δημιουργεί την ψευδή αίσθηση ότι εκείνος είναι ο πρωταγωνιστής της ιστορίας. Εντούτοις, ο χαρακτήρας του παραμένει ως το τέλος της ταινίας επίπεδος και άνευρος. Ο Χουάν –παρότι αναδεικνύεται σε κεντρικό πρόσωπο- παραμένει θαρρείς, ένας απλός σύνδεσμος ανάμεσα σε αταίριαστες ιστορίες. Τέλος, κάποιες φορές, οι ερωτικές σκηνές φαίνεται να έχουν ως μοναδικό τους στόχο να προβοκάρουν το θεατή και όχι να υπηρετήσουν κάποια συγκεκριμένη σεναριακή ανάγκη.

Το La Mala educacion είναι μία καλή ταινία. Αλλά δεν είναι αυτό που θα περίμενε κανείς μετά το Todo sombre mi madre. Δυστυχώς, ο Pedro μας έχει καλομάθει και οι απαιτήσεις συνεχώς αυξάνουν.

Γενικό Σχόλιο: Το ίδιο θέμα έχει αναπτύξει και ο Αλέξανδρος Ρήγας στο αλήστου μνήμης σήριαλ «Τι ψυχή θα παραδώσεις μωρή;». Οι ήρωες του Almodovar τουλάχιστον δεν ωρύονται. 6/10

5.10.04

Συλλογική Ευθύνη (Fahrenheit 9/11)

Ο Bruce Springsteen, από τους πλέον μαχητικούς κατήγορους του George Bush, δήλωσε στο περιοδικό «Rolling Stone» ότι η αμερικανική κυβέρνηση "εκφόβισε και οδήγησε με δόλο" τον αμερικανικό λαό στον πόλεμο. Οι (αθώοι; εύπιστοι;) αμερικανοί πολίτες παρασύρθηκαν σε μία επικίνδυνη και δαπανηρή περιπέτεια υπό το πρόσχημα ενός όψιμου μεγαλοϊδεατισμού και βρέθηκαν να στηρίζουν μία αφελή σταυροφορία «κατά παντός υπευθύνου».

Το Fahrenheit 9/11 (του Michael Moore) δίνει μία εξαιρετικά γλαφυρή εικόνα της τρομολαγνείας που καλλιεργήθηκε συστηματικά από την κυβέρνηση Bush. Ο Πατριωτικός Νόμος επέτρεψε τη συγκέντρωση και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, με τρόπο που θα έκανε τον οποιοδήποτε στοιχειωδώς φιλελεύθερο άνθρωπο, να ανατριχιάσει! Επίσης, χρησιμοποιήθηκαν τεχνικές direct marketing προκειμένου να στρατολογηθούν έφεδροι από τα κατώτερα εισοδηματικά στρώματα της αμερικανικής κοινωνίας και να σταλούν στην έρημο «αναλώσιμοι» νέοι για έναν πόλεμο που αφορά αποκλειστικά τις εταιρίες πετρελαίων. Όλα αυτά στην Αμερική των τεράστιων ανισοτήτων, της διαφθοράς, της αποθέωσης του καταναλωτισμού και της σπατάλης, της ασυνείδητης ανάπτυξης εις βάρος των φτωχών του πλανήτη και της οικολογίας (οι ΗΠΑ αρνούνται πεισματικά να υπογράψουν το Πρωτόκολλο του Κιότο).

Όμως και καθώς τα ποσοστά δημοτικότητας του Προέδρου Bush παραμένουν σήμερα υψηλά (ενόψει μάλιστα εκλογών), αναρωτιέμαι αν είναι σωστό να επιρρίπτουμε το σύνολο της ευθύνης στον ηγέτη και όχι σε εκείνους που τον στηρίζουν. Το ζήτημα της συλλογικής ευθύνης για τις στρατηγικές επιλογές μίας ηγεσίας, έχει απασχολήσει πλειστάκις τη διεθνή διανόηση, κυρίως αναφορικά με την περίπτωση της ναζιστικής Γερμανίας. Ήταν άμοιροι των ευθυνών τους οι γερμανοί πολίτες για το ολοκαύτωμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου; Η ιστορική ευθύνη και ενοχή βαραίνει αποκλειστικά την πολιτική ή στρατιωτική ηγεσία (και εν προκειμένω τον Hitler) ή μήπως διαχέεται στο σύνολο της κοινωνίας; Οι πολίτες μπορούν να απεκδύονται συνεχώς των ευθυνών τους ή μήπως φέρουν ηθικό χρέος αντίδρασης;

Σε ανύποπτο χρόνο και χώρο (στο γυμναστήριο!) γνώρισα μία κουβανέζα αγωνίστρια που απελάθηκε από τη χώρα της, διότι αντιμαχόταν το καθεστώς του Φιντέλ Κάστρο και διαβιεί πλέον στην Ελλάδα. Μου είπε ότι ένιωθε απόλυτα πικραμένη από τους συμπατριώτες της, διότι δεν έβραζε μέσα τους η ανάγκη για δημοκρατία και ελευθερία. Δεν ένιωθαν την ανάγκη να εξεγερθούν και για το λόγο αυτό, η ίδια αναγκάστηκε να εγκαταλείψει εντέλει τον αγώνα της. Όπως έλεγε, μέσα από την προσωπική της περιπέτεια διδάχθηκε πως «κάθε λαός έχει την ιστορία και τους ηγέτες που του αξίζουν». Το ίδιο συμβαίνει με τους αμερικάνους. Το ίδιο συμβαίνει και με μας.

4.10.04

Τηλεπαθητική Τηλεόραση

Πριν αρκετά χρόνια, διάβασα περί του «φαινομένου Uri Geller» στο βιβλίο «Η Δύναμη του Νου» (Εκδόσεις Αλκυών, 1990). Μου έκανε πραγματικά μεγάλη εντύπωση η περιγραφή μίας επίδειξης των «ψυχοκινητικών» δυνάμεων του «χαρισματικού» (;) Ισραηλινού στη βρετανική τηλεόραση: ο Geller κάλεσε τους τηλεθεατές να τοποθετήσουν κουτάλια και χαλασμένα ρολόγια πάνω στις τηλεοπτικές τους συσκευές και μέσω αυτοσυγκέντρωσης, προσπάθησε να λυγίσει τα κουτάλια και να επαναλειτουργήσει τα ρολόγια! Το βιβλίο περιέγραφε μία σειρά πειραμάτων και ψυχομετρικών εξετάσεων στις οποίες υποβλήθηκε ο Geller, ενώ ανέφερε και την οξεία κριτική που δέχθηκε από επιστήμονες, αλλά και ταχυδακτυλουργούς, οι οποίοι εξήγησαν πως όλα ήταν ένα κακόγουστο τρικ.

Όταν πριν μερικές εβδομάδες, ο εν λόγω κύριος εμφανίσθηκε στην εκπομπή του Κώστα Χαρδαβέλλα και ισχυρίσθηκε ότι θα πραγματοποιήσει το ίδιο εκείνο πείραμα, τον παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή. Πράγματι, προέτρεψε τους τηλεθεατές να τοποθετήσουν κουτάλια πάνω στον τηλεοπτικό τους δέκτη (!) και αφού φώναξε «Λύγισε! Λύγισε!» υποτίθεται ότι αυτά θα πετάγονταν κάτω ή θα λύγιζαν. Φυσικά, το δικό μου κουταλάκι έμεινε ατάραχο πάνω στη συσκευή, αφήνοντας ταυτόχρονα ανέπαφο το οικοδόμημα του ορθολογισμού που έχω -με τόσο κόπο- χτίσει στο μυαλό μου εδώ και χρόνια!

Διενεργώντας μία μικρή έρευνα στο Διαδίκτυο, θα διαπιστώσει κανείς εύκολα ότι ο Uri Geller είναι ένας απατεωνίσκος, που δεν απασχολεί πλέον κανένα σοβαρό επιστήμονα με τους φανφαρονισμούς του. Το λεξικό του σκεπτικιστή αναφέρει ότι ο κ. Geller τα τελευταία χρόνια και μετά την πτώση του ενδιαφέροντος του κοινού, έχει στραφεί στο εξαιρετικά επικερδές εμπόριο των New Age προϊόντων θεραπείας και προσωπικής ανάπτυξης. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η εξιστόρηση της ζωής του στο άρθρο «Uri Geller - A Psychic Fraud».

Το θέμα βεβαίως εδώ δεν είναι να ξεμπροστιάσουμε τον Geller. Αυτό το έχει ήδη πράξει με άκρως επιτυχημένο τρόπο ο ταχυδακτυλουργός James Randi. Εκείνο που με απασχολεί είναι η κατάντια της ελληνικής τηλεόρασης, που αναγορεύει σε ψευδοπροφήτη τον κάθε τυχάρπαστο τσαρλατάνο και καλλιεργεί συνειδητά το σκοταδισμό! Όχι, το θέμα με τον Geller δεν μπορούσε να κλείσει έτσι εύκολα!

Ο κ. Τριανταφυλλόπουλος πήρε τη σκυτάλη από τον κ. Χαρδαβέλλα και με οδηγό μας πάλι τον Uri Geller μας μύησε στον θαυμαστό κόσμο της τηλεπάθειας! Ο δημοσιογράφος είχε στην τσέπη του ένα διπλωμένο χαρτί, στο οποίο υποτίθεται ότι είχε σχεδιάσει (πριν την εκπομπή και χωρίς να τον δει κανένας!!!) ένα κάποιο σχήμα. Παρά τις διαμαρτυρίες και τις προτροπές των καλεσμένων της εκπομπής να σχεδιάσει μπροστά στην κάμερα ένα νέο σχήμα, ο κ. Τριανταφυλλόπουλος αρνήθηκε (!) επικαλούμενος την τιμιότητά του («μα αφού σας λέω ότι το σχεδίασα πριν, χωρίς να με δει κανένας») και την οικονομία χρόνου. Στη συνέχεια, ο Geller συγκεντρώθηκε και μάντεψε με τρόπο μαγικό το σχήμα που βρισκόταν στο χαρτί του κ. Τριανταφυλλόπουλου (που βεβαίως ήταν ένα απλό τρίγωνο!). Εν τω μέσω επικρίσεων και εύλογου σκεπτικισμού από τους παριστάμενους, ο κ. Τριανταφυλλόπουλος δήλωσε εντυπωσιασμένος! Εγώ πάλι, επέστρεψα βαριεστημένος στην παλαιά τέχνη του zapping.

3.10.04

The Terminal

Ομολογώ ότι όταν πήγα να δω εχθές το «The Terminal» διατηρούσα αρκετές επιφυλάξεις, δεδομένου ότι η προηγούμενη σκηνοθετική απόπειρα του Spielberg («Catch me if you can») μου είχε φανεί μία βαρετή, στιλιζαρισμένη μπούρδα. Το σενάριο του Terminal είναι εμπνευσμένο από την αληθινή ιστορία ενός απάτριδα που κατέληξε να ζει επί χρόνια στο αεροδρόμιο Charles deGaule του Παρισιού. Πρόκειται για τον ιρανό Μερχάν Νασερί, ο οποίος ακόμη και όταν του επετράπη εντέλει η είσοδος στη χώρα, επέλεξε να παραμείνει στο αεροδρόμιο -υποταγμένος θαρρείς σε ένα μετανεωτερικό κισμέτ (από εκείνο που συναντούμε σήμερα μόνο στα μυθιστορήματα και στις κινέζικες ταινίες που εξυμνούν την υπομονή και την ταπεινότητα).

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Όπως όλοι γνωρίζουμε, προϋπόθεση για να λειτουργήσει γενικά το σύστημα, είναι η απόδοση στοιχείων κωδικοποίησης σε κάθε έναν εξ ημών (όνομα, υπηκοότητα κ.λπ.). Προεκτείνοντας αυτή τη σκέψη, θα μπορούσαμε να εκλάβουμε τις κοινωνίες μας ως ένα τεράστιο σύστημα logistics, όπου καθείς από τη στιγμή που γεννιέται (inputs) ως τη στιγμή που πεθαίνει (outputs) φέρει έναν κωδικό για να τοποθετείται, να αναζητείται και να αποκτά διάφορες προστιθέμενες αξίες / ιδιότητες. Το γεγονός ότι εάν και εφόσον απαλειφθεί κάποια από αυτές τις κωδικοποιήσεις, ένας άνθρωπος μπορεί να εκπέσει σε νομική ή γραφειοκρατική ανυπαρξία είναι τελοσπάντων διασκεδαστικό και ταυτόχρονα τραγικό. Το αεροδρόμιο αποτελεί το ιδανικό σκηνικό για μία τέτοια υπόθεση, καθώς συνιστά τον απόλυτα «μη-χώρο», με ασαφή χαρακτηριστικά εντοπιότητας και διαρκή κίνηση προς τον αόριστο προορισμό.

Η ιστορία του κινηματογραφικού Βίκτορ Ναβόρσκι (Tom Hanks) θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ταινία, με σαφείς κοινωνικές και πολιτικές αιχμές. Ωστόσο, ο Spielberg -ως συνήθως- φρόντισε να προσθέσει γερές δόσεις συναισθηματισμού, κάποιες πινελιές ρομαντικής αφέλειας και αρκετή παραμυθόσκονη, με σκοπό να δημιουργήσει ένα εύπεπτο πακέτο που θα σε κάνει να προβληματιστείς ελάχιστα και στο τέλος να γουργουρίσεις από ικανοποίηση!

Το «αμερικανικό όνειρο» αναδεικνύεται και πάλι σε σταθερό άξονα αναφοράς («Αν θέλεις να προκόψεις, μπορείς να το κάμεις ακόμη και μεταφέροντας καροτσάκια στο αεροδρόμιο! Η απόλυτη επιβράβευσή σου θα λάβει τη μορφή ενός λαχταριστού γεύματος στα Burger Kings!»), με επίκεντρο το μεταναστευτικό ταξίδι από την πατρίδα στο άγνωστο και από το παρελθόν στο μέλλον. Η κριτική που ασκείται στη γραφειοκρατία και τον νομικό αυτισμό του συστήματος παραμένει επιφανειακή, αλλά για να είμαι δίκαιος, αναγνωρίζω ότι ίσως και να υπονοεί περισσότερα από όσα τελικά λέει. Ο Βίκτορ Ναβόρσκι είναι ένας χαρακτηριστικός αντιήρωας που μάχεται με το δικό του τρόπο το σύστημα και καταφέρνει να το νικήσει. Στο πλευρό του έχει τους απόβλητους και καταφρονεμένους, οι οποίοι ενώνονται για να στηρίξουν το δίκαιο αγώνα του. Άλλωστε μην ξεχνάμε ότι η ταπεινότητα, η εντιμότητα και η υπομονή ανταμείβονται πάντα στον αγγελικά πλασμένο κινηματογραφικό κόσμο του Spielberg! Μία αναδρομή στην μέχρι τούδε σκηνοθετική του πορεία, θα σας πείσει (Goonies, Hook, American Tale κ.λπ.).

Όπως και στο «Catch me if you can», o Spielberg μοιάζει να ισορροπεί ανάμεσα στην κομεντί και το δράμα, δημιουργώντας μία σχεδόν απροσδιόριστη ταινία. Από την άλλη, ο Tom Hanks είναι (για μία φορά ακόμη) απολαυστικός, καταφέρνοντας να αποσπάσει την προσοχή μας από τα σεναριακά κενά και τις σκηνοθετικές ευκολίες. Η Catherine Zeta-Jones απλώς περιφέρει την (εξαίσια) ομορφιά της, υπηρετώντας άλλωστε και το μοναδικό λόγο ύπαρξής της στην ταινία. Οι δευτερεύοντες χαρακτήρες είναι –όπως πλέον και στις περισσότερες αμερικανικές κομεντί- σχηματικοί και επίπεδοι. Εντούτοις συνολικά, δεν μπορώ παρά να παραδεχθώ ότι το Terminal φέρει κάποια χαρακτηριστικά που παραπέμπουν στην αυθεντική αμερικανική μυθοπλασία, προσφέροντας ένα ευχάριστο θέαμα, χωρίς όμως ιδιαίτερες απαιτήσεις.

Γενικό Σχόλιο: Μία παρ’ ολίγον συμπαθητική ταινία. 6/10