23.11.08

Μετακόμισα ψαρούκλες, τα μαλλιά μου κάνω μπούκλες!

Όλα τα καλά πράματα τελειώνουν. (Ενίοτε και τα άσχημα.)
Μετά από τέσσερα έτη κι ένα μήνα, το πτηνό είδε κι απόειδε και απεφάσισε να αποδημήσει.
Ουχί εις τόπον χλοερό. Αλλά εις ιστότοπον διαφορετικό. Να τοποθετήσει το όνομά του πάνω-πάνω στη μαρκίζα, να κάμει τα μαλλιά του περμανάντ και να σου πουλήσει σταριλίκι.
Έλα μην το καθυστερούμε...

12.11.08

My name is Craig. Daniel Craig.

Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων. Στην πρώτη ανήκουν εκείνοι που θέλουν τον κλασικό Bond. Εκείνον που χολοσκάει πολύ περισσότερο για το αν ταιριάζει το παπιγιόν με το κοστούμι παρά με το αν του την έχουν πέσει δεκαεπτά μπράβοι του πολυεκατομμυριούχου μεγαλοκαρχαρία εμπόρου όπλων από την Ουκρανία που διαμένει σε εξωτικό ιδιωτικό νησί στον Ινδικό. Εκείνον που σου ποζάρει μετά από κάθε καταδίωξη σένιος και ατσαλάκωτος, λές και μόλις βγήκε από την αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη όπου παρακολούθησε ρομαντικές σονάτες για πιάνο του Σοπέν σε φιλανθρωπικό γκαλά της Μαριάνας για το γνωστό παιδιατρικό. Εκείνον που χρησιμοποιεί τα σουπερ-ντούπερ γκάτζετς που ακινητοποιούν τους καταδιώκτες του με μία ριπή, κάνουν το αμάξι του αόρατο (και χωρίς να το ψεκάσεις με Ajax), τον εκτοξεύουν στον αέρα, τον βυθίζουν στη θάλασσα, τον απογειώνουν στο διάστημα, νέφτι του βάζουνε και τρέχει. Εκείνον που έτσι για να μη βαριέται, κουτουπώνει καμία τσούπρα του υποκόσμου, καμία πρακτόρισσα του παραπετάσματος, καμία κόρη αδίστακτου χοντρού κολομβιανού βαρώνου της κοκαϊνης ή έστω καμία συνάδελφο της βρετανικής κατασκοπίας η οποία απλώς του ζήτησε να της μετρήσει τα ένσημα.

Η δεύτερη κατηγορία -στην οποία θα βρεις κι εμένα να ποζάρω χαμογελαστός- βρίσκει απίθανα boring όλα τα παραπάνω και μετά από δεκάδες πανομοιότυπες ταινίες που αχταρμάς έχουνε γίνει στο μυαλό, αποζητά κάτιτις πιο πρωτότυπο. Λιγότερα κλισέ και περισσότερο σενάριο, ίσως; Ή ακόμα πιο θαρρετά, έναν Bond που να "παίζει" το ρόλο και να μη διεκπεραιώνει τη γοητεία του στις (προσχηματικές) σκηνές μετάβασης από το ένα τουφεκίδι στο επόμενο.

Αν ανήκεις στη δεύτερη κατηγορία, ο Daniel Craig είναι ο άνθρωπός σου. Αντισυμβατική φάτσα που συνδυάζει τον Πούτιν (κερδίζοντας το κοινό του Λιακόπουλου) με το Γκόλεμ (κερδίζοντας και το κοινό του Άρχοντα), αλλά και αποφασισμένος να υποδυθεί τον ήρωα και όχι απλώς να μαϊμουδήσει τον Μπρόσναν που αντέγραφε τον Μουρ που ξεπατίκωνε τον Κόνερι. (Τι εννοείς τον έχει παίξει και ο Ντάλτον; Ποιος αδελφός; Ο Λούκι Λουκ τα ξεύρει αυτά;) Και επειδής ο καλός ηθοποιός φαίνεται κυρίως στις σιωπές του, ο Daniel κινείται, αναπνέει και υπάρχει στην ταινία υπερασπιζόμενος όσο κανένας προκάτοχος του ρόλου, τον James και όχι τον Bond.

Ναι, ούτε καν ο Κόνερι κι επέτρεψέ μου να το πω.

Μου άρεσε η ταινία; Ε λοιπόν στο πρώτο μισό δεν καταλάβαινα πολλά (και Μπέργκμαν δεν θα το πεις), στο δεύτερο πάνω που έμπαινα στο νόημα μού φάνηκε κάπως απλοϊκό το κεντρικό στόρι. Αλλά οι σκηνές με το τρεχαλητό πέρα δώθε, τις εκρήξεις, τις συγκρούσεις και την αναμπουμπούλα μια-χαρά με κράτησαν και βγήκα μη σου πω χαρούμενος που το είδα. Καζίνο ρουαγιάλ δεν είναι, αλλά βλέπεται ευχάριστα. Ειδικά σε κάποιες στιγμές που ο James γίνεται λιγότερο χάρτινος και σε εκπλήσσει με τον κυνισμό ή τα ρήγματα συναισθηματισμού του.

Ναι, η Όλγα Κουριλένκο είναι ό,τι πιο ζουμερό έχεις δει εδώ και πολλά χρόνια στις ταινίες Bond. Και χωρίς να πέσει κουτούπωμα.

Μην είναι ο Bond μετροσέξουαλ;

11.11.08

Έλα-έλα-έλα πάρε!

Την περασμένη βδομάδα ο θείος ενός γνωστού μου λαμβάνει γράμμα ουχί από τη Βίκυ Χατζηβασιλείου, αλλά από μεγάλη τράπεζα η οποία την είδε σάντα και του έκαμε δώρο μία πιστωτική κάρτα, χωρίς να έχουν έρθει τα Κρίστμας και χωρίς να έχουν προλάβει οι Wham να βγάλουν κιχ! Ο θείος μόλις είχε ξοφλήσει την προηγούμενη κάρτα, την οποία έκαψε σε τελετή βουντού, σκόρπισε τα αποκαϊδια στο Πασαλιμάνι και κέρασε όλη τη φαμίλια μπακλαβά.

Όπως καταλαβαίνεις, πήρε το εγκεφαλικό του και πήγε στο κοντινότερο υποκατάστημα της τράπεζας για να διαμαρτυρηθεί που του στείλανε μία κάρτα που ουδέποτε ζήτησε.
Η απάντηση του διευθυντή του καταστήματος ήταν:

-Κανένα πρόβλημα, αγαπητέ μου κύριε! Αν δεν τη θέλετε την κάρτα, μπορείτε ωραιότατα να την επιστρέψετε και να την ακυρώσουμε.

Χελόου; Αμ αποφασίζουνε να σου στείλουνε από μόνοι τους μία κάρτα που δεν θέλεις, αμ πρέπει να μπεις στη διαδικασία να την ακυρώσεις διότι αν δεν το κάμεις, γκες-γουάτ: θα σε χρεώσουν την ετήσια συνδρομή!

Ο θειος κατάπιε με δυσκολία το σάλιο του κι έφυγε.

Την επόμενη ημέρα κατέφθασε στο ίδιο κατάστημα φορτωμένος. Όχι μεταφορικά: κυριολεκτικά φορτωμένος. Μπαίνει στο γραφείο του διευθυντή και του αποθέτει πάνω στο τραπέζι του ένα σακί με πέντε κιλά πατάτες.

Ο έκπληκτος τραπεζίτης απορεί:
-Τι είναι αυτά κύριε μου;

-Είναι πέντε κιλά πατάτες και κοστίζουν δέκα ευρώ. Αν δεν τις θέλετε, θα πρέπει να μου τις επιστρέψετε σπίτι. Αλλιώς παρακαλώ ως αύριο, τα δέκα ευρώ να μπουν στο λογαριασμό μου.

28.10.08

Βίκυ, Κριστίνα, Μπαρθελόνα

Ο Χουάν Αντόνιο σηκώνεται από το τραπέζι αφήνοντας την παρέα του και πλησιάζει τις δύο κοπέλες στην άλλη άκρη του μπαρ. Ξεύρει καλά ότι σε αυτές τις περιπτώσεις έχεις μόνο μία ευκαιρία. Μία ατάκα. Μία εντύπωση. Μία στιγμή. Στην οποία πρέπει να στριμώξεις όλη την προσπάθειά σου να φανείς συμπαθητικός και χωρίς να εκτεθείς. Συνήθως. Αλλά τα πράγματα εδώ μπορεί και να είναι πολύ πιο απλά. Πριν καλά καλά αρθρώσει την καλησπέρα του, η Βίκυ έχει μεν υψώσει τις άμυνές της, αλλά η Κριστίνα βρίσκεται ήδη αφημένη στο ηδονικό του βλέμμα. Επεξεργάζεται το αξύριστο πρόσωπό του, μετράει τις ανάσες της και γέρνει το κεφάλι της ξεχύνοντας τα κατάξανθα μαλλιά της και την επιθυμία της για λάγνες περιπέτειες και φλογερές βραδιές κάτω από τον έναστρο θερινό ουρανό της Μπαρθελόνα. Εκεί που τ’αστέρια σχηματίζουν πολύχρωμα μωσαϊκά του Γκαουντί.

-«Αμερικανίδες;» ρωτάει με εκείνη τη σπαστή προφορά που έχουν οι ισπανοί όταν προσπαθούν να μιλήσουν αγγλικά.
-«Ναι», απαντά αποφασιστικά η Βίκυ.
-«Είμαι ο Χουάν Αντόνιο. Κι εσείς…;»
-«Είμαι η Κριστίνα» σπεύδει να απαντήσει εκείνη χαμογελώντας λίγο ένοχα. «Κι από δω η φίλη μου η Βίκυ»
-«Θα ήθελα να σας προτείνω να περάσετε το σαββατοκύριακο μαζί μου. Θα δοκιμάσουμε γεύσεις, θα πιούμε κρασί και θα κάνουμε έρωτα.»
Η Βίκυ πετάχτηκε σχεδόν εξοργισμένη:
-«Ποιος; Ποιος ακριβώς θα κάνει έρωτα;»
-«Ελπίζω οι τρεις μας» απάντησε εκείνος με σταθερή φωνή.
-«Χα!», κάγχασε η Βίκυ στη φίλη της. «Αυτός ο τύπος δεν μασάει τα λόγια του! Άκου σενιόρ, ίσως σε κάποια άλλη ζωή!»

Απόσπασμα από Άρλεκιν; Όχι. Ταινία του Γούντι Άλεν.

Ή για να το πω πιο σωστά, δοκίμιο πάνω στον έρωτα και τον ανθρώπινο ψυχισμό. Για το οποίο κανονικά θα έγραφα δυο-τρεις παραγράφους για να σου περιγράψω πόσο ωραία γράφει στο φακό η Πενέλοπε Κρουζ (κυρίως όταν αυθαδιάζει στα ισπανικά), πόσο καλός ηθοποιός είναι ο Χαβιέ Μπαρδέμ (ακόμα και στις σιωπές του), πόσο υπέροχα σενάρια μπορεί να γράψει και να υποστηρίξει σκηνοθετικά ο Γούντι Άλεν (όταν έχει τα κέφια του) κουλουπού κουλουπού.

Αλλά πρόθεσή μου δεν είναι να σε κάμω να πας να τη δεις. Αν εμπιστεύεσαι το Γούντι, θα έχεις ήδη πάει. Αν τον απεχθάνεσαι, δεν πρόκειται να σου κάμει διαφορά ετούτη η ταινία.

Εκείνο που θέλω να αναρωτηθώ (προσοχή, ακολουθεί ρητορικό ερώτημα) είναι γιατί γαμώτο δεν λέμε όλοι αυτό που αισθανόμαστε ορθά κοφτά και χωρίς περιστροφές. Γιατί κρυβόμαστε πίσω από τους καθωσπρεπισμούς, τις φοβίες και τους εγωισμούς μας; Πότε ξεμάθαμε να είμαστε ειλικρινείς;
-Θέλω να σε φιλήσω. Θέλω να σε έχω. Έστω και για μία βραδιά. Όχι, δεν μου φτάνει. Θέλω να μου ανήκεις για πάντα. Να είσαι το τελευταίο θέαμά μου κάθε βράδυ και το πρώτο κάθε πρωί. Σε-θέλω.

-Θέλω να μην σε ξαναδώ ποτέ στη ζωή μου. Δεν είσαι τίποτα σημαντικό για μένα. Θέλω να μείνεις μακριά μου. Δεν θέλω να σε ξεύρω, το καταλαβαίνεις; Σταμάτα να με εκνευρίζεις. Δεν-σε θέλω.
Τόσο απλά.

Και –αν μου επιτρέπεις- να προσθέσω ότι η ζωή είναι πολύ όμορφη για να τη σπαταλάς δεξιά κι αριστερά. Ή να την περιορίζεις μέσα σου. Αντίς να τη γιομίζεις με μελωδίες, γεύσεις, εικόνες, περιπλανήσεις, διαβάσματα, αισθήματα κι ανθρώπους.

16.10.08

Μέθα θτη μέθη του δρόμου φιλιόμαθτε

Προσοχή: Αν δεν μιλάς ισπανικά, μη συνεχίσεις την ανάγνωση γιατί δεν θα καταλάβεις τίποτε.

Αμέθωθ μετά τη Βαρκελώνη, νοίκιαθα τουτού και θηκώθηκα και πήγα θτην επαρχία. Κθεκίνηθα από την Κόθτα Μπράβα που είναι η παραθαλάθια Καταλονία, όπου θα βρειθ ωραιότατεθ παραλίεθ, μεθαιωνικά χωριά και υπέροχεθ διαδρομέθ μέθα θτο πράθινο. Κατέληκθα θτη Χιρόνα, μία θυμπαθητική πόλη με το πανέμορφο ιθτορικό τηθ κέντρο και την ήρεμη ζωή τηθ επαρχίαθ (θτην πραγματικότητα οι κάτοικοι ήταν θτα πρόθυρα τηθ αυτοκτονίαθ από την πλήκθη, όπωθ θυμβαίνει θε κάθε πανέμορφη επαρχιακή πόλη ανά τον κόθμο, αλλά εθύ ο τουρίθταθ κάνειθ ότι δεν το προθέχειθ για να μη βγουν μίζερεθ οι φωτογραφίεθ).


Επίθηθ βρέθηκα θτο Φιγκέραθ όπου επιθκέφθηκα το θούπερ-γουάου μουθείο του Νταλί, όπου πέφτειθ κάτω και προθκυνάθ την ευφυία και το ταλέντο του. Μου πήρε κάμποθεθ ώρεθ να το γυρίθω, καθώθ κάθε έκθεμα είχε να θου διηγηθεί τα δικά του. Πθώνηθα και ένα θωρό θαχλαμάρεθ από το θοπ, να έχω το θυμάμαι.


Κατόπιν, πήρα τα βουνά! Ανέβηκα θτα Πυρηναία (να δω πώθ φαίνεται η Καταλονία από πθηλά) και βρέθηκα θε διάφορα μεθαιωνικά χωριά όπωθ η υπέροχη Μπεσαλού (που επειδήθ παιδεύτηκα να τη βρω θκέφτηκα ότι θα έπρεπε να τη λένε «Μπελαλού», αλλά όταν εντέλει την εντόπιθα κατάλαβα ότι έπρεπε να τη λένε «Μπεσ-εδώ»), το Ριπολ (χωμένο μέθα θτα πυκνά δάθη –να πάρειθ μπουφάν μαζί θου!), η Θολθόνα και η Καρντόνα. Ειδικά θτην Καρτνόνα, πρέπει να θου πω ότι έμεινα θε ένα κάθτρο: θούπερ ήταν, κοιμήθηκα θαν τον Λανθελότο.


Τέλοθ πήρα το τελεφερίκ και ανέβηκα θτο μοναθτήρι του Μονθεράτ που είναι γαντζωμένο πάνω θτα βουνά, θε ένα τοπίο που κόβει την ανάθα. Εκεί θτήθηκα θε μία μεγάλη ουρά για να δω από κοντά τη μαύρη Μαντόνα, η οποία είναι ένα –θχεδόν μυθτικιθτικό- άγαλμα τηθ Παναγίαθ που κρατάει δύο μαύρεθ θφαίρεθ που αν αγγίκθειθ, παίρνειθ τη θεια φώτιθη. Το μοναθτήρι αυτό είναι από τα πιο εντυπωθιακά μέρη που έχω επιθκεφθεί θτη ζωή μου και νομίζω ότι πραγματικά μπορείθ και να θυναντήθειθ το Θεό θου, πάνω θε εκείνα τα βουνά.


Μου έκανε και όμορφεθ μέρεθ και το καταφχαριθτήθηκα το τακθίδι. Θτο προτείνω να παθ κι εθύ κι αθ μη μιλάθ ιθπανικά όπωθ εγώ: οι άνθρωποι θτην επαρχία είναι πολύ ευγενικοί, οι τιμέθ είναι λογικέθ και τα τοπία μαγευτικά!


Άθχετο: Η Μπέθυ Αργυράκη είναι ιθπανίδα;

15.10.08

Τα τάπας ήταν μάπας!

Σου είπα τα καλά για τη Βαρκελώνη; Πάρε και τα κακά για να μη λες ότι ωραιοποιώ τις ξενιτιές.

Πρώτον, ασχήμια. Άντρες, γυναίκες και παιδιά, όλοι τους κακομούτσουνοι και κοντοί. Εντάξει δεν είμαι και ο Φασούλας, αλλά όταν περιπατείς στη Rambla (κεντρική λεωφόρος για περαντζάδα) και εξέχει το κεφάλι σου από το πλήθος, κάτι δεν πάει καλά. Η Γαρουφαλιά (η νύφη της Θεοπούλας ντε) μπορεί και να έκαμε καριέρα ως μοντέλο-μπασκετμπολίστρια εκεί (σαν την Υβέτ εδώ, καλή ώρα). Εξού και το εθνικό τους φαγητό λέγεται «τάπας». Είναι της κοντής. Άσε που είναι όλοι χυμαδιό και ατυμέλητοι. Να είσαι μία Ολλανδέζα, μία Τσέχα ή μία Σουηδή να βγεις και με το βρακί στο δρόμο, δεν θα σου θυμώσω. Αλλά αφού δεν σε θέλει το ντι-εν-έι σου, φόρα ένα τακούνι, χύσε ένα Hondo στη φάτσα σου, κάμε κάτι με τα μαλλιά, μην αφήνεσαι - δεν το’χεις.

Δεύτερον, μπόχα. Αν δεν έχεις πρόχειρη την ασφυξιογόνο μάσκα, στο σοκάκι δεν μπαίνεις, στην πλατεία δεν στέκεσαι, στο λιμάνι δεν εισπνέεις. Η μικρή Τερέζα, πάτησε στο Τέζα. Λες και όλη η Ισπανία βγήκε και κατούρησε στο πεζοδρόμιο μη χειρότερα.

Τρίτον, πείνα. Αν έχεις αποφασίσει ν’αρχίσεις δίαιτα, μπορείς να μετακομίσεις στην Ισπανία! Μετά από διάφορες αποτυχημένες απόπειρες με τάπας (δεν χορταίνεις με το ορντέβρ), καραμελωμένα κρουασάν και άθλια ζυμαρικά, κατέληξα να επανεκτιμήσω την αξία των McDonalds, τα οποία αποτέλεσαν τη βασική διατροφή μου για τις τελευταίες ημέρες παραμονής μου στη Βαρκελώνη. Σαν εκείνο το ντοκιμαντέρ που έτρωγε ένας καθυστερημένος για ένα μήνα τζάνγκ φούντ, είχα γίνει. Γύρισα με τη χοληστερίνη να έχει χτυπήσει ταβάνι.

Τέταρτον, ακρίβεια. Δεν θα σου γκρινιάξω ποτές όμως ξανά για τις τιμές μας. Μία χαζομπαγκέτα με τυρί και πλάστικ πρασινάδα πέντε ευρώ. Ένας καφές φίλτρου στο πόδι, τέσσερα. Μουσείο να μπεις με κάτω από δέκα ευρώ, δεν έβρισκες. Και τα Ζάρα πιο ακριβά μού φάνηκαν κι ας είναι ντόπια.

Πέμπτον, αγγλομάθεια. Μα κανείς να μην το μιλάει το αγγλικό; Κορτσούδι είκοσι ετών στις ενοικιάσεις αυτοκινήτων και να συνενογιόμαστε στη νοηματική. Εγώ… τιμόνι… τρία δάχτυλα (τόσες μέρες το ήθελα το τουτού)… πόσο; Άλλο κορτσούδι στα Στάρμπακς –που στην Ελλάδα, δεν τολμάς να μπεις αν δεν έχεις τουλάχιστον το Τόιφελ- και να μη σκαμπάζει λέξη. Μιλάς εσύ αγγλικά, αυτοί ισπανικά (μη σου πω, καταλανικά) και η Σάντα Λουτσία να βάλει το χέρι της. Από ένα σημείο και μετά συνειδητοποιείς το μάταιο των προσπαθειών σου και τους μιλάς σε ωραιότατα ελληνικά ή απλώς γρυλίζεις.

14.10.08

Μου ήθελες και Βαρκελώνες!

Ντροπή σου ρε! Έλειπα τόσες μέρες την προηγούμενη εβδομάδα και ούτε που αναρωτήθηκες που είμαι και αν ζω! Μη σου πω ότι δεν το παρατήρησες καν. Νόμιζες απλώς ότι σε βαρέθηκα και το έριξα (ξανά) στο σορολό και δεν σου γράφω.


Ε λοιπόν η απουσία μου οφείλεται στο ότι ήμανε στα εξωτερικά. Προς Καταλονία μεριά. Βαρκελώνη, αν έχεις ακουστά! Επειδής έμεινα και αρκετές ημέρες, σε περιμένει γλαφυρή διήγηση, αντιπροσωπευτική φωτογραφία και μπουκέτο εντυπώσεων.


Θα ξεκινήσω σε αυτό το ποστ από τα θετικά διότι είμαι και καλός άνθρωπος.


Η πόλη είναι γιομάτη αξιοθέατα και να πάρεις σπορτέξ μαζί σου άμα πας, έχεις να ρίξεις περπάτημα. Σου ξεχωρίζω αυτά που μου έκαμαν εντύπωση, να ξεπατικώσεις ιδέες αν σε βγάλει ο δρόμος σου προς τα ‘κει.


Γκαουντί. Σε κάθε γωνία της πόλης ο τύπος εμφανίζεται μπροστά σου για να σου πετάξει στα μούτρα τη σπουδαιότητα της φευγάτης και ανατρεπτικής αρχιτεκτονικής. Ζηλεύω, ζηλεύω, ζηλεύω. Που αφήνουν εκεί πέρα τους καλλιτέχνες να πλάσουν τις πόλεις. Και να τις σώσουν από την πλήξη. Το καλυτερότερο μέρος για να απολαύσεις Γκαουντί είναι το παραμυθένιο πάρκο Γκουέλ, το οποίο βρίσκεται σε ένα δασώδη λόφο στα περίχωρα και βρίθει από πέτρινες κατασκευές, κολώνες και καρτουνίστικα οικήματα. Που αν ήμουν Στρουμφ εκεί θα είχα στήσει το τσαρδί μου.


Μπαρτσελονέτα. Εδώ παίζεται το έργο «πώς θα μπορούσε να γίνει το Φαληρικό Δέλτα, αν η Ελλάδα δεν ήταν μία γελοία χώρα με ανίκανους πολιτικούς». Με μία αποβάθρα-εικαστική παρέμβαση, η κεντρική λεωφόρος Ράμπλα ενώνεται με το εμπορικό κέντρο Mare Magnum σχηματίζοντας έναν ενάλιο περίπατο. Πόσο τέλειο είναι να περπατάς με παρέα τους γλάρους κάτω από το λαμπερό ήλιο της Βαρκελώνης; Σουπερ-ντούπερ τέλειο!


Μουσείο προκολομβιανής τέχνης. Βρίσκεται φάτσα από το Μουσείο του Πικάσο και εκεί θα βρεις τρισχαριτωμένες μουτσούνες από τις αρχαίες Αμερικές. Δεν διαθέτει πολλές αίθουσες, οπότε και θα το χαρακτηρίσεις ευκολάκι. Έχει όμως ενδιαφέρουσα αισθητική, εντυπωσιακά γλυπτά και πολύ συμπαθητικό καφέ στην εσωτερική αυλή, όπου σερβίρουν σαλεμένα τυπάκια. Το απόλαυσα πολύ περισσότερο από το φλύαρο και άχρωμο Μουσείο του Πικάσο που μου έφαγε μιάμιση ώρα και δεν μου έμεινε και τίποτα.


Ενυδρείο. Υπερπαραγωγή με πρωταγωνιστές τους καρχαρίες, τις σμέρνες και τα σαλάχια. Σε κάποια φάση περνάς «μέσα» από τις τεράστιες δεξαμενές και έρχεσαι φάτσα κάρτα με το ροφό.


Ίδρυμα Χουάν Μιρό. Ακόμα κι αν δεν είσαι της μοντέρνας τέχνης και παλεύεις να καταλάβεις το γιατί στα πολύχρωμα καρό του Μοντριάν ή να ενώσεις το μάτι με το φρύδι στον Πικάσο, δεν μπορεί παρά να εκτιμήσεις τις γκροτέσκες φιγούρες του Μιρό. Κι ας πέρασα τις αίθουσες επί τροχάδην διότι έκλεινε σε μισή ώρα. (στη φωτό ο Ντόναλντ Ντακ μετά το εγκεφαλικό και ο ΕΤ ο εξωγήινος μάς δείχνει το τσουτσούνι του -Hola!)


Σιντριβάνια στην Πλατεία Ισπανίας. Κάθε Παρασκευή και Σάββατο βράδυ, γίνεται της ΕΥΔΑΠ το κάγκελο με νερά να χορεύουν μέσα στα κόκκινα, τα γαλάζια και τα μενεξεδιά υπό μουσική υπόκρουση. Και Σοπέν σου παίζει και Κάστα Ντίβα σου τραγουδάει και Μαράια Κάρι σου σκούζει. Εντάξει, Έφη Θώδη δεν είχε αλλά του το συγχωρείς. Τέλειο λέμε!


Σαγράδα φαμίλια. Τρελή εξτραβαγκάντζα για εκκλησία, αλλά πολύ προχώ κατάσταση. Αγάλματα κεντημένα στην πρόσοψη, κυβιστικός Ιησούς δεμένος σε πάσαλο, μεγέθη που σε αφήνουνε με το α στο στόμα και διακοσμητικό μπιχλιμπίδι πάρε-να’χεις. Αν ζω το 2050 που θα ολοκληρωθεί, θα ήθελα να πάω στα εγκαίνια.


Σε αφήνω με τη θλιμμένη εικόνα της Χάιντι από κιόσκι πλανόδιου στη Γοτθική Συνοικεία. Αν δεν ήταν στα ισπανικά, μα το Θεό θα την αγόραζα! (Μην κλαις μικρούλα των βουνών! Λιγμ, κλαψ κλαψ!)


13.10.08

Βοήθα Παναγιά μου και μη χειρότερα

Αν το 1989 σήμανε το τέλος του υπαρκτού σοσιαλισμού, το 2008 μάλλον σηματοδοτεί το τέλος του υπαρκτού καπιταλισμού -και ναι, αυτό που βλέπεις στα χείλη μου είναι χαμόγελο. Χαμόγελο συγκρατημένο γιατί δεν είμαι απόλυτα βέβαιος (ακόμα) ότι λάβαμε όλοι το μήνυμα. Χαμόγελο μουδιασμένο γιατί ξεύρω καλά ότι τα κενά αέρος στη διαδρομή μας θα είναι πολλά.

Αλλά μεγάλε, πρώτον φαίνεται να αποφύγαμε το κραχ (και φιου, κουνήσου από τη θέση σου) και δεύτερον πετάξαμε επιτέλους κλοτσηδόν το Φρίντμαν από τη ζωή μας και επανήλθαμε στον Κέϋνς (που πολύ το είχαμε καθυστερήσει, λέω εγώ!). Και μην ακούσω ξανά τα μπαρμπούτσαλα του Άνταμ Σμιθ περί αυτορύθμισης της αγοράς, γιατί –χελόου- απλώς δεν υπάρχει αυτό. Αν το αφήσεις ξέμπαρκο, το αόρατο χέρι γίνεται μακρύ χέρι (ή ελαφροχέρι) και με οδηγό την απληστία, ξετρυπώνουν από το βούρκο τους διαβόλοι και τριβόλοι.

Η ξεδιάντροπη συσσώρευση πλούτου στους μεγαλογιάπηδες με τα αφράτα μαγουλάκια και το σνομπισμό στο βλέμμα είναι κοινωνικά και ηθικά απαράδεκτη. Η έκπτωση των αξιών και η αποθέωση της κερδοσκοπίας και της διαφθοράς δεν μπορούσε να μας βγάλει σε τίποτις καλό και το ξεύρεις. Τα υπερκέρδη των τραπεζών, τα μπόνους των μεγαλοστελεχών, η αυταρέσκεια των χρηματιστών και το λάιφστάιλ της κουστουμαρισμένης αρπαχτής και της φτιασιδωμένης ρεμούλας δεν μπορεί να αποτελεί το απαύγασμα του πολιτισμού μας. Μπορούμε και καλύτερα.

Και το αμερικανικό όνειρο; Σκόνη και θρύψαλλα να γίνομαι μαζί σου, θυμήσου όμως πόσα ξέχασες, θυμήσου. Η πραγματικότητα στην οποία ξυπνάει η Αμερική είναι σκληρή (με 30 εκατομμύρια αμερικάνους στα συσσίτια και τις μεγαλύτερες τράπεζές της να έχουν αποδυναμωθεί ή χρεοκοπήσει) και απλώς εύχομαι ο Ομπάμα να σταθεί αντάξιος του άχαρου ρόλου που του κλήρωσε η ιστορία.

Ο μέχρι προχθές ανύπαρκτος, έγινε σημαντικός και μέγας. Αλλά οι μεγάλοι πολιτικοί, φαίνονται στους δύσκολους λεκέδες.

Το ευρωπαϊκό μοντέλο είναι εδώ, ενωμένο-δυνατό. Κι αν το έθαψε κάποτες η αγγλίδα κόρη του μπακάλη (εκείνο το μορμολύκειο η Θάτσερ ντε), έρχεται τώρα ένας άλλος άγγλος να το αναστήσει. Γκόρντον, άλλαξέ τα όλα! Θέλοντας και μη, οι σαστισμένοι δεξιοί της λοιπής Ευρώπης (που θα έρθει η ώρα να κριθούν) συντάσσονται στο πλευρό του και όλοι μαζί δείχνουμε το δρόμο σε έναν κόσμο που έχει χάσει την πυξίδα του. Αυτή είναι η Ευρώπη που θέλω. Αυτή είναι η Ευρώπη που δεν έχει απλώς γεννήσει ιστορία, αλλά αποδεικνύει ότι την έχει μελετήσει κιόλας.

Και τι γίνεται αύριο; Μας αρκεί να σώσουμε τους τραπεζίτες, να στηρίξουμε τους δείκτες και να επανέλθουμε όλοι στη νωχελική μας ευδαιμονία; Ζονγκ! Δεν αρκεί καθόλου. Χρειάζεται να κάμουμε πολύ περισσότερα. Έχουμε δουλειά μπροστά μας!

Ελπίζω σε μία καλύτερη οικονομία, μία δικαιότερη κοινωνία.
Φίλε, ήρθε η ώρα να ξεπεράσουμε τους εαυτούς μας και να τη χτίσουμε.